Δενδροδιάγραμμα περιεχομένων

open all | close all

12 Αυγ 2011

Προσόμοια-Απολυτίκια-Καθίσματα Μπαλασίου Ιερέως: 3. «Ώ του παραδόξου θαύματος»

Επόμενο στην σειρά των προσομοίων εκ του Ειρμολογίου Μπαλασίου Ιερέως (τέλη 17ου αι.) που δημοσιεύονται εξηγημένα από τον γράφοντα στην παρούσα σειρά άρθρων, είναι το "Ώ του παραδόξου θαύματος", δηλαδή το αυτόμελο του Εσπερινού της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, που λόγω και των ημερών, καθίσταται λίαν επίκαιρο.

Πολλά θα μπορούσαν να ειπωθούν για το συγκεκριμένο μέλος, αν και στο παρόν άρθρο θα αρκεστώ σε λίγα, μιάς και δεν υπάρχει από μέρους μου χρονική δυνατότητα για λεπτομέρειες που θα ήθελα κάποια στιγμή να εκθέσω. Πολλά συμπεράσματα προκύπτουν από την μελέτη της σχέσης του "εσωτερικά" με τον υπόλοιπο α' ειρμολογικό ήχο, του εν λόγω αυτοτελούς έργου του Μπαλασίου, αλλά πολύ ενδιαφέροντα είναι επίσης και τα πορίσματα από την σύγκρισή του με άλλες "εξωτερικές" εκδοχές του συγκεκριμένου προσομοίου από συγχρόνους του Μπαλασίου μελοποιούς, και αναφέρομαι φυσικά στους (άμεσα ή έμμεσα) διδασκάλους του, Χρυσάφη και Γερμανό:
Εξ όσων γνωρίζω, οι δύο αυτοί μελοποιοί δεν συνέθεσαν πλήρες Ειρμολόγιο, αλλά μόνο τις Καταβασίες συγκεκριμένων μεγάλων εορτών του ενιαυτού, ενώ δεν φαίνεται να ασχολήθηκαν με την πλήρη σειρά των Προσομοίων και των Απολυτικιοκαθισμάτων, παρά μόνο με δύο συγκεκριμένα αυτόμελα, το "Ώ του παραδόξου θαύματος" και το "Ποίοις ευφημιών". Τα μέλη αυτά τα συναντά κανείς μέσα σε χφφ Στιχηράριά τους, συνήθως στα προβλεπόμενα σημεία των αντιστοίχων ακολουθιών και όχι σε ιδιαίτερο παράρτημα. Μάλιστα, από ό,τι έχω διαπιστώσει, όταν στα εν λόγω χφφ τύχει να υπάρχει παράρτημα προσομοίων, τότε κατά κανόνα επιλέγεται η γνωστή σειρά του Μπαλασίου.

Σχετικά τώρα με το συγκεκριμένο μέλος του Μπαλασίου, φαίνεται ότι συγγενεύει σαφώς περισσότερο, ως προς τις θέσεις και την πορεία, με το "Των ουρανίων ταγμάτων" παρά με το "Πανεύφημοι μάρτυρες", τα οποία έχω ήδη αναρτήσει σε προηγούμενα άρθρα. Εκ των δύο αυτών προσομοίων, όμως, το δεύτερο είναι αυτό που σχετίζεται περισσότερο με τον κλασσικό α' ήχο του εν λόγω Ειρμολογίου, ακολουθώντας την προβλεπόμενη για τον ήχο μελοποίηση. Το "Ώ του παραδόξου θαύματος" και σε μικρότερο βαθμό το "Των ουρανίων ταγμάτων" έχουν κάποιες σημαντικές διαφορές από τον κορμό του Ειρμολογίου, που τα καθιστούν κάπως πιό έντεχνα και επισημότερα από τους κλασσικούς Ειρμούς του α' ήχου, μιας και χρησιμοποιούν θέσεις που στους Ειρμούς του α' δεν συναντώνται, όπως π.χ. το θές και απόθες πρός τον άγια, ενώ μια σημαντική διαφορά στην μορφολογία τους είναι τα συχνά περάσματα από την διφωνία του έσω πρώτου (νανά=Γα) στις ενάρξεις περιόδων του μέλους. Το "Ώ του παραδόξου θαύματος" τέλος, δεν έχει ούτε μια κλασσική θέση άγια, όπως συνηθίζεται στον α' ειρμολογικό, ενώ το μέλος κινείται στον έξω ήχο (4φωνία) μόνο στο σημείο "κεχαριτωμένη", κάτι που κληροδοτήθηκε ως συνήθεια και σε μεταγενέστερες εκδοχές του μέλους, όπως αυτή του Ιακώβου Πρωτοψάλτου. Δεν θα ήταν υπερβολή, ίσως, να πώ, λαμβάνοντας υπόψη και το τί συμβαίνει στους υπόλοιπους ήχους, ότι τα προσόμοια είναι ξεχωριστό είδος-υποκατηγορία μελοποιίας, αφού από πολύ παλαιά φαίνεται να έχουν σαφείς διαχωριστικές γραμμές από το σώμα των ειρμών. 

Θα ήταν χρήσιμο, πιστεύω, να γίνει κάποια στιγμή σύγκριση του μέλους του Μπαλασίου με αυτό του Γερμανού, καθώς το δεύτερο έφτασε ζωντανότερο στις επόμενες γενεές, αλλά και σε εμάς μέσω των εξηγήσεων βασικών εξηγητών του 19ου αι., όπως ο Γρηγόριος, ο Χουρμούζιος, ο Νικόλαος Δοχειαρίτης και ο Ματθαίος ο Βατοπαιδινός. Ορισμένα στοιχεία για το θέμα των εξηγήσεων του μέλους του Γερμανού (όπως και τα ίδια τα κείμενά τους) μπορεί κανείς να βρεί στα Πρακτικά του Μουσικολογικού Συνεδρίου του ΙΒΜ που πραγματοποιήθηκε το 2003 (εκδ. Αθήνα, 2006), σε σχετική εισήγηση του Δρ. Μουσικολογίας Ιω. Αρβανίτη. Τα μουσικά κείμενα υπάρχουν και εδώ.
Αυτό που θα είχα σε πρώτη φάση να πώ για το θέμα της συγκρίσεως, είναι ότι κατ' αρχήν πρόκειται περί δύο σαφώς διαφορετικών μελών, παρ' όλες τις μεγάλες μεταξύ τους ομοιότητες (σε βαθμό που μια πρόχειρη ματιά μπερδεύει για το ποιό είναι ποιό). Με μια προσεκτικότερη παρατήρηση, θα δεί κανείς ότι το μέλος του Γερμανού μοιάζει σαν καλλωπισμός ή σαν καλοφωνικότερη εκδοχή του μέλους του Μπαλασίου και είναι σαφές ότι η δική του εκδοχή ως καλοφωνική (ή, καλοφωνικότερη του συνήθους) αντιμετωπίστηκε από τους εξηγητές. Τίθεται το ερώτημα, βέβαια, πώς ο διδάσκαλος εκαλλώπισε το μέλος του μαθητού, μιάς και γνωρίζουμε ότι ο Μπαλάσιος υπήρξε μαθητής του Γερμανού. Παρ' ότι δεν αποκλείεται κάτι τέτοιο εκ προοιμίου, είναι πιθανόν, πιστεύω, ο Γερμανός και ο Μπαλάσιος να βασίστηκαν σε κοινή παράδοση του μέλους που φαίνεται ήδη να υπάρχει από τις αρχές του 17ου αι., ίσως και αρκετά νωρίτερα, ιδίως σε δύο συγκεκριμένα αυτόμελα, το "Ώ του παραδόξου θαύματος" και το "Ποίοις ευφημιών". Πιστεύω ότι οι απαρχές των μελών αυτών με την μορφή που έφτασαν χοντρικά στό Ειρμολόγιο του Μπαλασίου χάνονται κάπου στα μέσα του 16ου αι. Κοινά στοιχεία έχω βρεί στα Προσόμοια του Ακακίου Χαλκεόπουλου (αρχές 16ου αι.) και υποψιάζομαι ότι και τα Προσόμοια του Καρύκη κάπως έτσι θα ήταν, χωρίς να μπορώ αυτήν την στιγμή να το επαληθεύσω. 

Σε αυτό το σημείο αναρτώ την εξήγηση που επεχείρησα στην νέα γραφή:


Εδώ, ανεβάζω το μέλος στην παλαιά γραφή από τον κώδικα ΕΒΕ 946:



Επίσης, ανεβάζω σε παλαιά γραφή και το μέλος του Γερμανού, για να μπορεί εύκολα να γίνει η σύγκριση:

Είναι εμφανείς οι μεγάλες ομοιότητες και οι κοινή βάση των δύο αυτών εκδοχών του μέλους, αλλά είναι σαφείς και οι διαφορές τους. Για την εξήγηση του μέλους του Μπαλασίου θεώρησα καταλυτικής σημασίας την παρακολούθηση με κάθε δυνατή λεπτομέρεια της εξηγήσεως του κώδ. 440 της Κουτλουμουσίου, μιάς και το μέλος του Γερμανού έχει παραδοθεί σε ικανοποιητικό αριθμό εξηγήσεων και από αγιορείτες εξηγητές. Με αυτό τον τρόπο, η σύγκριση των εξηγήσεων θα έχει και ιδιαίτερη αξία ως προς την τοπική, του Αγίου Όρους, παράδοση και χρήσιμα συμπεράσματα θα μπορούσαν να εξαχθούν. 

Τίθεται ασφαλώς το ερώτημα, γιατί τόσο μεγάλη διαφορά ως προς την μελισματικότητα της εξήγησης του μέλους του Γερμανού; Αν και στα πλαίσια του παρόντος άρθρου δεν μπορώ να αναπτύξω πλήρως την σκέψη μου, μπορώ απλά να πω ότι φαίνεται πως οι εξηγητές το μεταχειρίστηκαν ως "μικτό" ή καλοφωνικότερο μέλος, λόγω κάποιων μικρών λεπτομερειών που κάνουν την διαφορά, αλλά οπωσδήποτε και λόγω κάποιας ιδιαίτερης παράδοσης του μέλους του, που τουλάχιστον για το Άγιο Όρος, φαίνεται να είναι ζωντανότατη την εποχή των εξηγητών (εδώ έγκειται και η αξία της εξηγήσεως του 440 της Κουτλ., μιάς και αποδεικνύει ότι υπάρχει κοινή βάση και εξοικείωση στους αγιορείτες εξηγητές με τέτοιου είδους μέλη). Μερικές από αυτές τις διαφορές είναι το χαρακτηριστοκό "πέταγμα" του Γερμανού στο "κεχαριτωμένη" με τρίφωνη πεταστή από τον έξω ήχο στην επταφωνία (Κε-Πα'), ένα κλασσικό του "στολίδι, θα λέγαμε, που το χρησιμοποιεί και στο Ειρμολόγιό του, ή η αλλοίωση της κλασσικής αργής θέσης πλ β' που συναντάται κατά κόρον στο Ειρμολόγιον του Μπαλασίου (π.χ. "εν μνημείω τίθεται") και άλλες. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι περισσότεροι εξηγητές του μέλους του Γερμανού, και ιδίως οι αγιορείτες, χρησιμοποιούν στις καταλήξεις προς τον άγια (κατ' εξοχήν στο θές και απόθες) μέλος που θυμίζει έντονα καλοφωνικό ειρμολόγιο, ο δε Ματθαίος δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι εξήγησε το μέλος αυτό σχεδόν σαν καλοφωνικό ειρμό. Η εξήγηση του Γρηγορίου είναι η πιό κοντινή στο "κλασσικό" ειρμολόγιο και στην εξήγηση του 440, παρ' όλα αυτά είναι ο μόνος που εξηγεί τα θές και απόθες ακριβώς όπως στο Στιχηράριο, δηλαδή με την αργότερη δυνατή "γνωστή" εξήγηση τού μέλους αυτής της θέσης (ο Ματθαίος δίνει μία κατά 1 χρόνο αργότερη, η οποία μόνο συνηθισμένη και γνωστή δεν είναι). Τέλος, για την εξήγηση του Χουρμουζίου σε σχέση με τις άλλες θα είχα μερικές σκέψεις να πώ, πέρα από όσα ήδη έχουν λεχθεί για την έκτασή της, αλλά νομίζω ότι δεν μπορεί κάτι τέτοιο να γίνει στο παρόν άρθρο.

Στο σημείο αυτό επαναλαμβάνω για τους φιλόμουσους αναγνώστες τα εξής:

"Επειδή το κείμενο είναι μετρίας αναλύσεως λόγω περιορισμών του ιστοχώρου, οι φίλοι αναγνώστες που θα επιθυμούσαν να έχουν το κείμενο στην κανονική του μορφή σε αρχείο pdf μπορούν να το αιτηθούν στην διεύθυνση nmnovice00@yahoo.gr για να τους το αποστείλω σε συνημμένο αρχείο. Μπορούν όλοι να χρησιμοποιήσουν το κείμενο της εξηγήσεως υπό τις εξής προϋποθέσεις, τις οποίες παρακαλώ ευγενικά τους αναγνώστες να λάβουν υπ' όψιν, απλά ως ελάχιστο σεβασμό στον κόπο που κατεβλήθη και όχι στο πρόσωπο που τον κατέβαλε:

α. Για οποιαδήποτε δημοσίευση η παρεμφερή χρήση, παρακαλώ την αγάπη σας για απλή ενημέρωση μέσω e-mail,

β. Αν το κείμενο χρησιμοποιηθεί σε έκδοση ή απλά ως μουσικό κείμενο για ψάλσιμο, παρακαλώ να αναγράφεται τον όνομα του πονήσαντος, όχι τόσο για την κατοχύρωση του κειμένου (αν επιθυμούσα κατοχύρωση ή άλλα ωφέλη είναι προφανές ότι θα προέβαινα σε έντυπη έκδοση), όσο για την ανάληψη ευθύνης για τις τυχούσες ελλείψεις, και
  
γ. Οσάκις ψάλλονται τα ανωτέρω ιδιωτικώς, εν ευθυμία τραπέζης, ή αλλαχού, παρακαλώ θερμά τους αδελφούς ιεροψάλτες να μνημονεύουν τον πονήσαντα και να λένε ένα "Κύριε ελέησον" για αυτόν."

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο!

14 Ιουν 2011

Στοιχεία για το φαινόμενο παραλλαγής με μέλος άλλου ήχου στην παλαιά γραφή της Βυζαντινής Μουσικής.

Στην παλαιά γραφή της Βυζαντινής Μουσικής υπάρχει ένα φαινόμενο, που παρότι πολλάκις περιγράφεται μέσα σε παλαιές θεωρητικές πραγματείες, άλλοτε σκιωδώς, άλλοτε δε λεπτομερώς, και που πολύ συχνά μπορεί να το συμπεράνει κανείς μελετώντας τα παλαιά μουσικά χφφ, εντούτοις φαίνεται να αγνοείται επίμονα από τους σύγχρονους μελετητές. Με το παρόν μικρό άρθρο δεν σκοπεύω να αναλύσω περισσότερο το θέμα, μιάς και σε παλαιότερα άρθρα νομίζω ότι αναφέρθηκα σε αυτό με αρκετά στοιχεία, τόσα ώστε να υπάρχει τουλάχιστον ένα ερέθισμα προβληματισμού. Επειδή, όμως, το θέμα αυτό επανέρχεται συχνά-πυκνά στο προσκήνιο των συζητήσεων διαφόρων θεωρητικών θεμάτων, θα κάνω μια σταχυολόγηση σχετικών με το θέμα μαρτυριών μέσα από μια μικρή θεωρητική πραγματεία με τίτλο "Ερμηνεία των φθορών όπου είναι εις τους οίκους, και εις τές δοχές, και άλλα τινά" που την συναντούμε σε χφφ του 17ου και 18ου αι. και η οποία δημοσιεύθηκε με παραάλληλη μελέτη 6 χφφ που την περιείχαν το 1997 από τους Bjarne Schartau και Christian Troelsgård (CIMAGL, vol. 67, pp. 3-12, B. Schartau & C. Troelsgaard, A small Treatise on the Interpretation of the Phthorai, Copenhagen 1997). Ως βάση για την έκδοση αυτή χρησιμοποιήθηκε ο κώδικας ΕΒΕ 811 του 17ου αι.

Τα αποσπάσματα που απαριθμώ παρακάτω είναι ενδεικτικά. Θα ήταν πολύτιμη η έναρξη ευρύτερης και καλά οργανωμένης μελέτης της πραγματείας αυτής με παράλληλη επισκόπηση και των αντιστοίχων μουσικών κειμένων από κώδικες της εποχής. Δυστυχώς, εγώ προσωπικά δεν διαθέτω όλα τα μέλη που αναφέρονται στην πραγματεία αυτή, ώστε να ξεκινήσω κάτι σχετικό (δεν διαθέτω εξάλλου και τον απαιτούμενο χρόνο), αν και η μελέτη ορισμένων από αυτά που τυχαίνει να έχω στην συλλογή μου ήταν αποκαλυπτική. Ίσως, να μπορούσε κάτι να γίνει στα πλαίσια κάποιου διδακτορικού. Ευχής έργον θα ήταν.

Επί το προκείμενον, λοιπόν:
1. 8-9 "Εις τας φθοράς κράτει και παραλλαγή των φθορών, έως να εύρεις άλλην φθοράν". Ερωτώ: μπορείς να φθείρεις το μέλος χωρίς να κρατήσεις παραλλαγή της φθοράς, αλλά μόνο το μέλος της; Εδώ επιβεβαιώνεται και ο κανόνας που λέει ότι όταν υπάρχει σήμανση φθοράς δεν αλλάζει μόνο η ιδέα του μέλους, αλλά και η παραλλαγή του.

2. 39-41 "... και ευρίσκεις ταύτην την θέσην. και είναι η παραλλαγή της πλ β' με την φθοράν όπου κατεβαίνεις, και κάμνεις με τον νούν σου πλ α' μέλος και ανεβαίνεις τα δύο ολίγα...". Ερωτώ: πώς είναι δυνατόν να έχεις παραλλαγή πλ β' και να κάνεις με "τον νούν σου" το μέλος του πλ α΄;

3. 41-42 (συνέχεια από το 2)"... και είναι η παραλλαγή τέταρτος, και κάμνεις τρίτου μέλος...". Ερωτώ: ομοίως, πώς είναι δυνατόν να είναι η παραλλαγή δ' ήχος και να λέγεται μέλος του γ'; Να σημειώσω ότι υπάρχει άμεση σύνδεση και επαλήθευση, λόγω συνέχειας, με τα στοιχεία της 2ης μαρτυρίας. Εκεί με παραλλαγή πλ β΄ λέγεται μέλος πλ α' και με ανάβαση δύο ολίγων η παραλλαγή γίνεται δ' ήχος (=>νανά=>άγια) ενώ το μέλος γίνεται γ' ήχος αφού βρίσκεται δύο φωνές πάνω από τον πλ α' που προαναφέρθηκε.

4. 53-56 "Από των μεγάλων δοχών «Σήμερον γεννάται εκ παρθένου ο δρακί» ψάλλεις πλ β' έως να εύρης ταύτην την θέσιν (...) και είναι πλαγίου δευτέρου η παραλλαγή του και κάμνεις με τον νούν σου πλ α' και ανεβαίνεις την θέσιν ταύτην (...). και είναι η παραλλαγή του τέταρτος και κάμνεις τρίτον". Παρόμοια περίπτωση με τα 2 και 3. Λέγεται παραλλαγή πλ β' με μέλος πλ α' ήχου (με τον "νούν"). Ανεβαίνοντας δύο φωνές λέγεται παραλλαγή δ' με μέλος γ' ήχου.

5. 130 έως τέλους "... και κατεβαίνεις άγια μέλος μόνον, μα η παραλλαγή του είναι νεανές από δε τον τετραφωνούντα πρώτον μίαν απάνω κάμνεις τον τρίτον. και αντίς να κατέβης βαρύν, κατεβαίνεις νεάγιε πλ δ' μέλος, όμως η παραλλάγή του είναι βαρύς και εις το ολίγον δουλεύεις το μέλος του πλαγίου τετάρτου έως οπού να εύρης ταύτην την θέσιν (...) επειδή γίνεται το άνανες α νεανές μέλος. το δε νεανές γίνεται νανά μέλος. και πάλιν το νανά γίνεται νενανώ. απάνω εις την απάνω θέσιν όπου είναι το κρατημοϋπόρροον και πηγαίνεις έως οπού να εύρης ταύτην την θέσιν (...) επάνω εις την πετασθήν με το ολίγον (...) και είναι πρώτος. η δε παραλλαγή του [είναι] τρίτος και έρχεται με την φθοράν του νεανές τον απόστροφον με την πετασθήν ωσάν νενανώ, και είναι η παραλλαγή του βαρύς. και αναβαίνεις το ολίγον και κάμνεις πρώτον ...
[Εν πάσαις δε ταις δοχαίς... το δε τέλος γίνεται άνανες ωσάν νεανές...]". Δεν χρειάζεται πραγματικά να σχολιάσω την τελευταία μαρτυρία, η δε τελευταία φράση "το δε τέλος γίνεται άνανες ωσάν νεανές" είναι μια άριστη περιγραφή του φαινομένου που παρατηρούμε σε μέλη όπως ο πρόλογος "Τον τάφον σου Σωτήρ" και άλλα. Παραλλαγή άνανες ωσαν νεανές, ήτοι παραλλαγή πρώτου ήχου (προφανώς χωρίς να αποκλείονται και μαρτυρίες του πρώτου ήχου στις καταλήξεις) με το μέλος, την ιδέα και το μέτρο (ή, το «μέτρος» όπως το συναντούμε στα χφφ) δηλαδή, του δευτέρου ήχου.

Συμπερασματικά, από τα ανωτέρω μπορούμε να διαπιστώσουμε χωρίς αμφιβολία πόσο συχνό ήταν το φαινόμενο της φθοράς του μέλους λόγω των θέσεων στην παλαιά γραφή, και μάλιστα με τέτοιο τρόπο ώστε παρ' ότι η παραλλαγή δεν άλλαζε, εντούτοις άλλαζε το μέλος και τρεπόταν στο μέλος ήχου άλλου από αυτό της παραλλαγής. Γνωρίζουμε δε από διάφορες πηγές (προκύπτει και από την εν λόγω πραγματεία, ωσαύτως) ότι όταν στα παλαιά μέλη ετίθετο σημάδι φθοράς τότε ο ψάλτης υποχρεούτο να αλλάξει την παραλλαγή ώστε να συμβαδίζει με το μέλος της φθοράς. Αν όμως η εναλλαγή του ήχου γινόταν άνευ φθοράς, κατά κανόνα λόγω θέσεων που εντάσσονταν σε άλλον ήχο, τότε η παραλλαγή ακολουθούσε την αρχική της ρότα, το δε μέλος "γύριζε" στην ιδέα του μέλους κάθε θέσεως. Η ανωτέρω πραγματεία μας δίνει ένα πολύτιμο στοιχείο για το πώς γινόταν αυτό: το μέλος άλλαζε "με τον νούν". Πως ακριβώς, όμως, παραλλαγίζανε άλλον ήχο με μέλος άλλου, δεν μπορώ να το πώ με σιγουριά. Σίγουρα, όμως, αυτό αφορούσε στην μελέτη του μέλους και όχι στην ψαλμωδία του, όπου οι ψάλτες παραλλαγίζανε φθόγγο-φθόγγο τα φωνητικά σημάδια με συνεχόμενες ανιούσες και κατιούσες φωνές. Ίσως στην μελέτη αυτή να βοηθούσε το γεγονός ότι η παραλλαγή γινόταν με πολύ απλό μέλος, δηλαδή με απλή ανάβαση και κατάβαση μίας φωνής, όπως βλέπουμε και στα διάφορα διαγράμματα Τροχών στα χφφ, και πιθανόν με ιδιαίτερη προσοχή ώστε στην φωνή αυτή να αποδίδεται το σωστό διάστημα από βαθμίδα σε βαθμίδα (π.χ. ανανές: μεγάλο διάστημα, νανά: μικρό διάστημα, κ.ο.κ.).

Τέλος, οι «περίεργες» μαρτυρίες που βρίσκουμε σε διάφορα παλαιά μέλη δεν θα πρέπει να οδηγούν, κατά την γνώμη μου, σε απόλυτα συμπεράσματα για τον κυρίαρχο ήχο, ή πολύ περισσότερο, για το γένος που αυτός ανήκει (χρωματικό, διατονικό κ.λπ.). Όπως έχω γράψει και παλαιότερα, κάθε μαρτυρία μπορεί να δηλώνει δύο διαφορετικά πράγματα. Συνήθως, η μαρτυρία που βλέπουμε στο τέλος των περιόδων του μέλους, σημαίνει τον ήχο που παραλλαγίζεται εκείνη την στιγμή. Αυτό συναντούμε κατά κανόνα στα χφφ, ιδίως τα παλαιότερα. Άλλες φορές, όμως, σημαίνει τον ήχο στον οποίο έχει τραπεί το μέλος χωρίς να μπεί φθορά, με την αλλαγή να επιβεβαιώνεται απλά στο τέλος της μουσικής φράσης με αλλαγμένη μαρτυρία. Πολλές φορές μάλιστα, βλέπουμε για το ίδιο μέλος και σε συγκεκριμένες καταλήξεις, άλλες μαρτυρίες από χφ σε χφ. Κι αυτό γιατί ο ένας γραφέας προφανώς θεωρεί ότι πρέπει να σημάνει τον ήχο της παραλλαγής στο συγκεκριμένο σημείο, ενώ ο άλλος θεωρεί ότι πρέπει να φανερώσει τον ήχο του μέλους, δηλαδή την ιδέα του [σε κάποιες περιπτώσεις, ιδίως σε πολύ παλαιά μέλη του πλ δ', πιστεύω ότι η τοποθέτηση μαρτυρίας διαφορετικής από αυτήν που θα περιμέναμε, με δεδομένο μάλιστα ότι δεν υπάρχει εναλλαγή ήχου, θα μπορούσε να σημαίνει αλλαγή μόνο της παραλλαγής, με διατήρηση της ιδέας του τρέχοντος ήχου, ή μετατροπής της σε κάποια πολύ παραπλήσια, αλλά αυτό είναι ένα δύσκολο θέμα για το οποίο ακόμα δεν έχω καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα]. Για τον ίδιο λόγο δε, θα δούμε συχνά στα μουσικά κείμενα της παλαιάς γραφής (ιδίως σε χφφ 17ου-18ου αι.) και διπλές μαρτυρίες που επιβεβαιώνουν το φαινόμενο της διπλοπαραλλαγής, ακόμα και εκτός του 5χόρδου της κατ' εξοχήν διπλοπαραλλαγής (κάτω Δι - Πα). Τι σημαίνει αυτό; Ότι σε μια διπλή μαρτυρία, η μία δηλώνει τον ήχο της παραλλαγής, ενώ η άλλη την ιδέα του μέλους. Όλα αυτά δεν είναι "πιθανά λάθη του γραφέα", όπως άκουσα από μερικούς ενασχολούμενους με το θέμα πρόσφατα. Είναι μια πραγματικότητα, που αν θέλουμε να διεισδύσουμε βαθύτερα στα μυστικά αυτής της τέχνης, θα πρέπει, κατά την γνώμη μου, να σταματήσουμε να την προσπερνούμε και θα πρέπει να την αφήσουμε να μας αποκαλυφθεί, όσο κι αν αυτό "κοστίζει" στην μέχρι τώρα πορεία μας, και ακόμα κι αν σημαίνει αλλαγή άποψης και αλλαγή πλεύσης στην τοποθέτησή μας στα διάφορα θεωρητικά ζητήματα. Εν προκειμένω, και ο γράφων τις γραμμές αυτές, χρειάστηκε πολλές φορές να αναθεωρήσει και να πάρει πίσω πράγματα στην πορεία αυτής της μελέτης, από καινούργια στοιχεία που προέκυπταν κατά καιρούς, αλλά και από διορθώσεις φίλων και συζητητών που τεκμηρίωσαν μια διαφορετική άποψη. Γιατί αυτό να θεωρείται ταπεινωτικό και όχι λυτρωτικό;

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο!

4 Μαϊ 2011

Προσόμοια-Απολυτίκια-Καθίσματα Μπαλασίου Ιερέως: 2. «Πανεύφημοι μάρτυρες»

Με το παρόν συνεχίζω την δημοσίευση εξηγήσεων των προσομοίων Μπαλασίου Ιερέως (τέλη 17ου αι.). Σειρά έχει στο Ειρμολόγιό του το γνωστό προσόμοιο "Πανεύφημοι μάρτυρες" σε ήχο α'. Η ενασχόληση με το εν λόγω μέλος υπήρξε λίαν ενδιαφέρουσα, διότι απεκάλυψε πολλές ομοιότητες με το αντίστοιχο μέλος του Πέτρου Λαμπαδαρίου, σε αντίθεση με το πρώτο προσόμοιο, "Των ουρανίων ταγμάτων", που διατηρεί μια παλαιική μοναδικότητα και έντονα καλοφωνικά στοιχεία.

Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, είναι γενικώς φανερό από την μελέτη του Ειρμολογικού είδους, πως ο Πέτρος εμπνέεται από την παράδοση των μελών του Μπαλασίου και την ακολουθεί αρκετά πιστά σε κάποια σημεία. Τα μέλη αυτά, λογικά, πρέπει να φτάνουν αρκετά ζωντανά στην εποχή του (αν κρίνουμε και από την σχετικά μεγάλη διάδοση του Ειρμολογίου Μπαλασίου στα χφφ), αν και το δικό του Ειρμολόγιο φαίνεται πως, τουλάχιστον στην Πόλη, επεσκίασε αυτό του Μπαλασίου τάχιστα. Ίσως αυτός να ήταν και ο λόγος που το Ειρμολόγιο του Μπαλασίου δεν εξηγήθηκε στην νέα γραφή από κάποιον από τους Πολίτες διδασκάλους [προσθ.: Ασφαλώς, βασικό ρόλο θα έπαιξε και η ολοένα μειούμενη, κατά τα φαινόμενα, χρήση αργού μέλους στο είδος των κανόνων την εποχή εκείνη, και οπωσδήποτε η καταγραφή για πρώτη φορά συντόμων ειρμών από τον Πέτρο τον Βυζάντιο στα τέλη του 18ου αι. δεν είναι άσχετη με το όλο θέμα, αλλά τουλάχιστον ενδεικτική για την τάση της εποχής. Γνωρίζουμε από πηγές τις εποχής, όπως ο Απόστολος Κώνστας, ότι μετά το έτος 1800 υπήρξε χαλάρωση στην τήρηση του τυπικού των κανόνων στην Πόλη, με πρώτη έκπτωση, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Κώνστας, την κατάργηση της στιχολογίας των θ' Ωδών. Εντούτοις, η πρακτική σημασία δεν φαίνεται να είναι πάντα το κίνητρο των εξηγήσεων των 3Δ, και συνεπώς τα ερωτήματα, σχετικά με το γιατί δεν εξηγήθηκε το Ειρμολόγιο του Μπαλασίου από τους 3Δ, παραμένουν].

Το μέλος αυτού του προσομοίου που εξετάζουμε εδώ είναι αρκετά απλούστερο σε σχέση με το "Των ουρανίων ταγμάτων". Οι θέσεις ανήκουν στον βασικό κορμό των ειρμολογικών θέσεων, και πλην μίας εξαιρέσεως (στο σημείο "ταις ψυχαίς ημών") δεν φαίνεται να επιζητούν ιδιαίτερες καλλοφωνικές προεκτάσεις.

Μερικά σημεία που αξίζουν, κατά την γνώμη μου, κάποια ιδιαίτερη μνεία:

1. Στις κλασσικές ατελείς καταλήξεις στην βάση του ήχου (στο Πα) που βλέπουμε στα σημεία "ουχ η γή κατέκρυψεν", "και εντός γενόμενοι" κ.λπ., η τρίτη (τονιζομένη) συλλαβή επιγράφεται με ολίγον αξίας δύο χρόνων, που συνήθως εκτελείται με ανάλυση. Στον κώδικα 440 της Κουτλουμουσίου, το ολίγον αυτό αναλύεται πάντα με τσάκισμα της φωνής προς τα κάτω, ενώ στα κείμενα των 3Δ (τριών Διδασκάλων) είτε θα το δούμε χωρίς ανάλυση (ολίγον με κλάσμα από επάνω), είτε με ανάλυση με κυματισμό που ακουμπά την αμέσως υψηλότερη φωνή σε διάρκεια μισού χρόνου. Τις δύο αυτές αναλύσεις τις σημειώνω με διαφορετικό χρώμα και μουσικούς χαρακτήρες μικροτέρου μεγέθους, ακριβώς επάνω από τα σχετικά σημεία. Και την μεν "κουτλουμουσιανή" ανάλυση την γράφω (όπως και στην προηγούμενη εξήγηση) με κόκκινο χρώμα, ενώ την δεύτερη με μπλέ χρώμα.

2. Στην φράση "Χριστώ πρεσβεύσατε" έχουμε την σχετικά σπάνια περίπτωση να τίθεται θέση τρομικού για κατάληξη (σημειώνεται και ξηρόν κλάσμα εν προκειμένω), η οποία να επιγράφει τρείς συλλαβές κειμένου (πρε-σβεύ-σα-τε), και όχι δύο ως συνήθως. Στον 440 η θέση αναλύεται ως κλασσική θέση τρομικού, αλλά κατά την γνώμη μου θα πρέπει στην νέα γραφή να μεταφερθεί με λίγο διαφορετικό τρόπο, από ό,τι συνήθως εξηγούμε το τρομικόν. Σε αλλαγή συλλαβής (μιλώντας πάντα για συντομότερα μέλη με την γραφή του Πέτρου Λαμπαδαρίου και για νεώτερα, κάπως, χρόνια) δεν τίθεται σχεδόν ποτέ τρομικόν, αλλά η φράση μελοποιείται με συνδυασμό χρήσεως οξείας+κεντημάτων+ψηφιστού για την ανάβαση, και αποστρόφου(με τσάκισμα)+συνεχούς ελαφρού+πιάσματος για την κατάβαση (βλ. εικόνα αριστερά).
Οι δύο τελικές συλλαβές (εκ των τριών) καταλαμβάνουν τα άκρα του συνεχούς ελαφρού. Στην σπάνια περίπτωση που θα αναλυθεί η ανάβαση με τσάκισμα της φωνής σε μισό χρόνο προς τα κάτω και δίφωνη ανάβαση, τότε η δίφωνη δεν εξηγείται συνήθως όπως η αντίστοιχη ανάλυση του τρομικού με χρήση ίσου (με γοργό)+ομαλού, αλλά με δίφωνη πεταστή (πεταστή+ολίγον, βλ. εικόνα κάτω δεξιά) και σπανιότερα με δίφωνη ανάβαση ολίγου (με κέντημα από κάτω και δεξιά).

Η πρώτη ανάλυση (με πεταστή) ήταν και η γραφή που χρησιμοποίησα για την εν λόγω θέση. Πάντως, υπάρχει και η σπάνια περίπτωση η υπεράριθμη συλλαβή να μετατίθεται μία θέση δεξιότερα, στην αμέσως επόμενη απόστροφο, ώστε να διατηρηθεί η λογική της επεκτάσεως συλλαβής που κρύβει το τρομικόν. Τέτοιου είδους εξήγηση υπάρχει από τον Χουρμούζιο Χαρτοφύλακα στον ΕΒΕ 704 (μαθήματα του Όρθρου), στην εξήγηση της δοξολογίας του Γερμανού Νέων Πατρών σε ήχο β'. Παραθέτω δύο περιπτώσεις για του λόγου το αληθές, και μάλιστα με διαφορετική ανάλυση στην κάθε μία, χωρίς να στέκομαι τόσο στο θέμα του ήχου, καθότι πιστεύω ότι στο φαινόμενα της μεταφοράς της υπεράριθμης συλλαβής σε θέση τρομικού δεν παίζει τόσο ρόλο ο ήχος του μέλους, αλλά επικρατεί μια άλλη λογική:
 

                      


3. Στο μέλος αυτού του προσομοίου έχει συμπεριληφθεί και μια θέση καλοφωνικότερη του συνήθους. Είναι το κύλισμα στο σημείο "ταις ψυχαίς ημών". Στο κυρίως κείμενο της εξηγήσεως ακολουθώ κατά το μάλλον την ερμηνεία του 440, η οποία είναι πιό συμμετρική σε ρυθμικό επίπεδο. Εντούτοις, εντοπίζεται η ίδια θέση μία-δύο φορές και στο Καλλοφωνικό Ειρμολόγιο. Σε υποσημείωση, στο φύλλο της εξηγήσεως, παραθέτω και την ερμηνεία παρομοίας θέσεως υπό Γρηγορίου Πρωτοψάλτου, καθότι, γενικώς, θεωρώ τις εξηγήσεις του συγκεκριμένου διδασκάλου ιδιαιτέρως βαρύνουσες.

Στο σημείο αυτό ανεβάζω την εξήγηση του μέλους στην νέα μέθοδο:


Εδώ παραθέτω και το μέλος του προσομοίου σε πρωτότυπη (παλαιά) σημειογραφία:




Το αυτό μέλος από Στιηχράριο-Ειρμολόγιο Καταβασιών Γερμανού Νέων Πατρών, για να φανεί η απόλυτη ταύτιση του κειμένου, όπως τόνισα και στο πρώτο άρθρο:


Στο σημείο αυτό επαναλαμβάνω για τους φιλόμουσους αναγνώστες τα εξής:

"Επειδή το κείμενο είναι μετρίας αναλύσεως λόγω περιορισμών του ιστοχώρου, οι φίλοι αναγνώστες που θα επιθυμούσαν να έχουν το κείμενο στην κανονική του μορφή σε αρχείο pdf μπορούν να το αιτηθούν στην διεύθυνση nmnovice00@yahoo.gr για να τους το αποστείλω σε συνημμένο αρχείο. Μπορούν όλοι να χρησιμοποιήσουν το κείμενο της εξηγήσεως υπό τις εξής προϋποθέσεις, τις οποίες παρακαλώ ευγενικά τους αναγνώστες να λάβουν υπ' όψιν, απλά ως ελάχιστο σεβασμό στον κόπο που κατεβλήθη και όχι στο πρόσωπο που τον κατέβαλε:

α. Για οποιαδήποτε δημοσίευση η παρεμφερή χρήση, παρακαλώ την αγάπη σας για απλή ενημέρωση μέσω e-mail,

β. Αν το κείμενο χρησιμοποιηθεί σε έκδοση ή απλά ως μουσικό κείμενο για ψάλσιμο, παρακαλώ να αναγράφεται τον όνομα του πονήσαντος, όχι τόσο για την κατοχύρωση του κειμένου (αν επιθυμούσα κατοχύρωση ή άλλα ωφέλη είναι προφανές ότι θα προέβαινα σε έντυπη έκδοση), όσο για την ανάληψη ευθύνης για τις τυχούσες ελλείψεις, και

γ. Οσάκις ψάλλονται τα ανωτέρω ιδιωτικώς, εν ευθυμία τραπέζης, ή αλλαχού, παρακαλώ θερμά τους αδελφούς ιεροψάλτες να μνημονεύουν τον πονήσαντα και να λένε ένα "Κύριε ελέησον" για αυτόν."

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο!

2 Μαϊ 2011

Προσόμοια-Απολυτίκια-Καθίσματα Μπαλασίου Ιερέως: 1. «Των ουρανίων ταγμάτων»

Μετά από πολλή σκέψη, αποφάσισα να εγκαινιάσω μια μακρά σειρά άρθρων, αφιερωμένων στην εξήγηση του δευτέρου τμήματος του Ειρμολογίου Μπαλασίου Ιερέως και Νομοφύλακος (τέλη 17ου αι.), που περιλαμβάνει τα κατ' ήχον προσόμοια, απολυτίκια και καθίσματα (το πρώτο τμήμα περιλαμβάνει τους ειρμούς, ενώ σε κάποια χφφ βρίσκουμε και τρίτο τμήμα με καλοφωνικούς ειρμούς του Μπαλασίου).
Στο forum Αναλόγιον, είχα προ καιρού σημειώσει επιγραμματικά την λογική με βάση την οποία προχωρώ στις εξηγήσεις των διαφόρων μελών που αναρτώ κατά καιρούς στο διαδίκτυο (δές εδώ). Για όσους ενδιαφέρονται, επαναλαμβάνω και στο παρόν άρθρο, με περίπου τα ίδια λόγια, το σκεπτικό μου:

1. Αυτό που προσέχω, ξεκινώντας την κατάστρωση μιας εξηγήσεως, είναι να βρώ όσες περισσότερες εκδοχές του μαθήματος (που προτίθεμαι να εξηγήσω) μπορώ. Για παράδειγμα, έχω τα προσόμοια-απολυτίκια-καθίσματα Μπαλασίου, που θα εξηγήσω στην παρούσα σειρά άρθρων, από τρία διαφορετικά χφφ. Αυτό είναι απαραίτητο, διότι πολλάκις παρατηρείται διαφοροποίηση στην ορθογραφία, αλλά ακόμα και στην μετροφωνία του μέλους από χφ σε χφ. Η παράλληλη μελέτη πολλών εκδοχών του μαθήματος μας επιτρέπει γενικώς να διαπιστώσουμε ποιά είναι η κυρίαρχη εκδοχή (που θα πρέπει τελικά και να προτιμούμε), αλλά παράλληλα και να συμπληρώσουμε πιθανές σημαντικές πληροφορίες στο χφ που χρησιμοποιούμε ως βάση. Εν προκειμένω, μου έτυχε πολλές φορές, ειδικά στο Ειρμολόγιο Μπαλασίου, να λείπουν από το χφ που χρησιμοποιώ ως βάση (τον ΕΒΕ 946) μαρτυρίες, φθορές ή χρονικά σημάδια, τα οποία αν δεν τα έβρισκα και σε άλλά χφφ δεν θα ήμουν απόλυτα σίγουρος για το τί συμβαίνει στο επίμαχο μέλος.

2. Στην συνέχεια, αναζητώ εξηγήσεις μελών παραπλησίων με αυτό που προτίθεμαι να εξηγήσω. Εν προκειμένω, για την εξήγηση του Ειρμολογίου του Μπαλασίου χρησιμοποιώ:
α. Τον κώδ. 440 της Κουτλουμουσίου, που περιέχει εξηγήσεις αρκετών δύσκολων θέσεων εκ των ειρμών του Μπαλασίου. Η μελέτη αυτού του χφ είναι καταλυτική, διότι είναι η μόνη γνωστή συλλογή εξηγήσεων των ειρμών του Μπαλασίου.
β. Το Ειρμολόγιο Πέτρου Πελοποννησίου σε πρωτότυπη γραφή και εξήγηση. Το Ειρμολόγιο αυτό διασώζει πολλές θέσεις κοινές με τα παλαιότερα ειρμολόγια, ιδίως αυτό του Μπαλασίου.
γ. Συμπληρωματικά, μπορεί κανείς να μελετήσει για την εξήγηση του εν λόγω Ειρμολογίου διάφορα "κοντινά" μαθήματα της εποχής, τα οποία έχουν εξηγηθεί από τους 3Δ ή μαθητές τους, όπως αργές δοξολογίες της εποχής στον ίδιο ήχο (όπως κατ' εξοχήν αυτές του Μπαλασίου, που θα είχαν και ιδιαίτερη σημασία, μιας και ένα συγγενικό μάθημα από τον ίδιο μελοποιό θα μπορούσε να μας αποκαλύψει ακόμη περισσότερες συνήθειές του), πολυελέους, άλλα αργά Ειρμολογικά μέλη, όπως οι Καταβασίες προ της Χριστού Γεννήσεως υπό Μπερεκέτου (εξηγηθείσες υπό Γρηγορίου Πρωτ.), αργά προσόμοια του Γερμανού και του Χρυσάφου, όπως το "Ώ, του παραδόξου θαύματος" ή το "Ποίοις ευφημιών" (που είναι σχεδόν ίδια με αυτά του Μπαλασίου, υπακούοντας προφανώς σε κάποια κοινή παράδοση ή πηγή, και έχουν εξηγηθεί υπό Χουρμουζίου Χαρτοφύλακος), το "Θεοτόκε Παρθένε" του Μανουήλ Γούτα (εξηγημένο υπό Χρυσάνθου του εκ Μαδύτων), και διάφορα άλλα μεμονωμένα μέλη.

3. Συνήθως, η συλλογή και μόνο των διαφόρων εξηγήσεων κάθε μίας από τις θέσεις που μας ενδιαφέρουν, δεν επιτρέπει την άμεση κατάστρωση της εξηγήσεως. Πρέπει να διαπιστωθεί αν σε συγκεκριμένες εξηγήσεις υπάρχει κάποια "κρυμμένη" συστηματικότητα, δηλαδή αν κάποιες συγκεκριμένες εξηγήσεις δεν προτιμώνται ελεύθερα σε κάθε εμφάνιση της θέσεως, αλλά επιλέγονται μόνο αν συντρέχουν συγκεκριμένες συνθήκες στον περίγυρό της. Τί σημαίνει αυτό; Πολλές φορές επιλέγονται από τους εξηγητές συγκεκριμένες εξηγήσεις μιας γνωστής θέσεως, ανάλογα με το τί ακολουθεί ή το τί προηγείται, ή ανάλογα με τον ήχο. Π.χ. άλλη μεταχείριση θα έχει μια θέση οξείας στον άνω νανά (άνω Νη με κατάληξη στον Κε) σε ειρμό του τρίτου ήχου και άλλη στον έσω νανά (Γα με κατάληξη στον Πα) σε ειρμό του πλ α', ειδικά αν γίνεται κατάληξη. Είναι η ίδια θέση (σε 3 χορδο α' ήχου Πα-Γα ή Κε-Νη' κινείται) αν την δεί κανείς "φωτογραφικα", αλλά εντελώς διαφορετική η μεταχείρισή της αν συνυπολογίσει τον ήχο του μέλους, το αν γίνεται κατάληξη κ.λπ.

4. Αν μετά από εκτεταμένη έρευνα, κάποια από τις θέσεις που θέλω να εξηγήσω δεν έχει τεκμηριωθεί ικανοποιητικά, τότε χρησιμοποιώ την όποια εξήγησή της έχω βρεί (έστω και μία), ενώ αν δεν έχω βρεί ούτε μια απόλυτα κοινή θέση εξηγημένη, μπορώ μέσα από την αποκτηθείσα εμπειρία (π.χ. μέσα από την μελέτη παραπλησίων θέσεων) και την ευρύτερη γνώση του τρόπου που λειτουργούν οι θέσεις, να παράξω την εξήγηση κατά την εκτίμησή μου, σημειώνοντας συνήθως και πιθανές εναλλακτικές που έχω σκεφτεί. Αυτή είναι τελικά και η ευθύνη του εξηγητού, το να καταθέτει στα "δύσκολα" σημεία του μέλους την εξηγητική του άποψη, η οποία βέβαια κρίνεται και θα κριθεί στο μέλλον από μάτια εμπειροτέρων μελετητών της μουσικής μας.

[Ωφείλω και πάλι να τονίσω εδώ, ότι η μελέτη του κώδικος 440 της Ιεράς Μονής Κουτλουμουσίου, του μοναδικού χφ με εξηγήσεις θέσεων του Ειρμολογίου του Μπαλασίου που μας έχει διασωθεί, από χέρι μάλλον αγιορείτου εξηγητού (και ως φαίνεται, λίαν επιτηδείου μουσικού και γνώστη τόσο της τεραστίας προφορικής παραδόσεως του Όρους, αλλά και των εκπληκτικών δυνατοτήτων της σημειογραφίας του Πέτρου, την οποία χειρίζεται σε αναλυτικότατη μορφή μετά πάσης ανέσεως και επιτυχίας, ώστε ακόμα και η γραφή του Αποστόλου Κώνστα να ωχριά), υπήρξε καταλυτική για τις εξηγήσεις μελών εκ του Ειρμολογίου Μπαλασίου, που αναρτώ στο παρόν blog. Η άδεια φωτογραφήσεώς του από τους Πατέρες της Μονής, ήταν για μένα μοναδική ευλογία. Δόξα τω Θεώ, οι περισσότερες δύσκολες θέσεις των προσομοίων και των απολυτικιοκαθισμάτων περιέχονται εξηγημένες στον 440.]

Και λίγα λόγια για τα μέλη που θα παρουσιασθούν σε αυτήν την σειρά άρθρων:

Όπως σημείωσα και παραπάνω, συγκεκριμένα προσόμοια που βρίσκουμε στα διάφορα χφφ Ειρμολόγια Μπαλασίου, είναι κοινά με αντίστοιχα που συναντούμε σε Στιχηράρια ή Ανθολόγια Στιχηραρίου των συγχρόνων του Μπαλασίου μελοποιών, ήτοι του Νέου Χρυσάφου και του μαθητού του, Γερμανού Νέων Πατρών (ο οποίος υπήρξε και δάσκαλος του Μπαλασίου). Δεν έχω ανακαλύψει ακόμα τις ρίζες των μελών αυτών, πάντως φαίνεται ότι ακολουθούν μια κοινή και ισχυρή παράδοση των μέσω περίπου του 17ου αι. Δεν είχα την ευκαιρία μέχρι τώρα να μελετήσω συστηματικά άλλα ειρμολόγια της εποχής ή και προγενέστερα, όπως κατ' εξοχήν αυτό του Θεοφάνους Καρύκη, του Ιωάσαφ του νέου Κουκουζέλους, του Κοσμά του Ιβηρίτου κ.ά. ώστε να μπορώ να έχω μια άποψη για την εξέλιξη των προσομοίων, πάντως από διάσπαρτες μαρτυρίες σε άλλα χφφ της εποχής, έχω διαπιστώσει ότι ειδικά συγκεκριμένα προσόμοια, όπως το "Ποίοις ευφημιών", απηχούν παλαιότατη παράδοση, τουλάχιστον των μέσων του 16ου αι, πιθανόν όμως ακόμα και των τελών του 15ου αι. Ο εντοπισμός των απαρχών του "νέου" Ειρμολογικού είδους είναι ένα σκοτεινό θέμα, αλλά είμαι πεπεισμένος από νεώτερα ευρήματα ότι η ύπαρξή του στη σφαίρα της προφορικής παραδόσεως είναι πολύ προγενέστερη από τον εντοπισμό του στα χφφ, στα μέσα-τέλη του 16ου αι. (βλ. προσόμοια Ακακίου Χαλκεόπουλου και Ειρμολόγιον Καρύκη). Την υπόθεσή μου αυτή, την στηρίζω και σε ευάριθμες λειτουργικές και τυπολογικές μαρτυρίες, που έχω συλλέξει από παλαιά μοναστηριακά Τυπικά και Ευχολόγια. Από την μελέτη τους προκύπτει ότι τα σύντομα μέλη της εποχής (και ομιλούμε για πολύ πριν τον 15ο αι., φτάνοντας ίσως και στον 11ο-12ο αι.) δεν ήταν συλλαβικά, αλλά πιθανότατα σύντομα μελισματικά. Αυτή είναι μια υπόθεση που δεν μπορώ στο παρόν άρθρο να υποστηρίξω εκτενέστερα, αλλά είναι πιθανόν να αποτελέσει θέμα κάποιου μελλοντικού άρθρου, αν θέλει ο Θεός.

Σχετικά τώρα με το μέλος των προσομοίων του Μπαλασίου, πρέπει να πώ εδώ ότι δεν ακολουθεί απόλυτα το αυστηρό μέλος των ειρμών, αλλά περιέχει συστηματικά και μελισματικότερες θέσεις, κάποιες εκ των οποίων χρησιμοποιούνται κατά κόρον στο Καλοφωνικό Ειρμολόγιο και το χαρακτηρίζουν, ενίοτε δε διανθίζεται και με αργές-στιχηραρικές θέσεις (πιό σπάνια, τέτοιες πιό αργές θέσεις βρίσκουμε και σε συγκεκριμένους ειρμούς, κυρίως εξέχουσας σημασίας, όπως το "Χριστός γεννάται" κ.ά.). Σε κάποια προσόμοια μάλιστα, όπως το "Ποίοις ευφημιών" και το "Όσιε πάτερ", ομιλούμε καθαρά για ένα μικτό είδος, το οποίο είναι, ως φαίνεται, χαρακτηριστικό της εποχής. Υπενθυμίζω ότι στο μικτό αυτό είδος ανήκουν και άλλα γνωστά μέλη, όπως το "Τον ήλιον κρύψαντα" του Γερμανού Νέων Πατρών, τα κεκραγάρια Αντωνίου Ιερέως (τα λεγόμενα «σύντομα» ή «καθημερινά»), ορισμένα αναστάσιμα στιχηρά, κυρίως του γ' και του βαρέος ήχου εκ του Αναστασιματαρίου του νέου Χρυσάφου (που δεν ακολουθούν το μέλος του παλαιοτέρου Αναστασιματαρίου, αλλά ταλαντεύονται μεταξύ αργού και συντομότερου μέλους), κ.ά. Στον κώδικα Κουτλουμουσίου 440 (p 99), η πιό αργή εκδοχή του προσομοίου "Όσιε πάτερ" (υπάρχει γαρ και συντομότερη) προσδιορίζεται με χαρακτηριστική επιγραφή "το παρόν υπάρχει αργότερον, μεμιγμένον με στιχηρόν", δίνοντας την όλη λογική της μεταχείρισης του μέλους του. Κι αυτή η περίπτωση, όμως, θα αποτελέσει συν Θεώ θέμα ξεχωριστού άρθρου. Τέλος, γίνεται προφανές από τα παραπάνω, ότι η προσπάθεια του Ιακώβου Πρωτοψάλτου να συντμήσει το μέλος του Στιχηραρίου, παρεμβάλλοντας πολλές σύντομες θέσεις ("σύντομες στιχηραρικές" χαρακτηρίζονται συνήθως, αλλά θεωρώ σωστότερο με βάση τα όσα είπα παραπάνω, να χαρακτηρίζονται ειρμολογικές, μιας και παλαιότεροι μουσικοί τις χαρακτήριζαν έτσι, π.χ. ο Απόστολος Κώνστας ο Χίος), δεν είναι εντελώς πρωτότυπη, αλλά απηχεί συνήθεια των δύο, τουλάχιστον, προηγουμένων, από την δική του εποχή, γενεών ψαλτών.

Στο σημείο αυτό, παραθέτω την εξήγηση του προσομοίου "Των ουρανίων ταγμάτων" εκ του Ειρμολογίου Μπαλασίου Ιερέως:


Εδώ ανεβάζω το μέλος αυτό στην πρωτότυπη σημειογραφία του: 

Ανεβάζω, επίσης, το ίδιο προσόμοιο όπως το συνάντησα σε Στιχηράριο του Γερμανού Νέων Πατρών για να γίνει σύγκριση με το προηγούμενο.

Είναι προφανές ότι πρόκειται για το ίδιο ακριβώς μέλος, με μόνη διαφορά στις επιλογές αφώνων σημαδιών κατά περίπτωση, που δεν έχουν, κατά την γνώμη μου, τόσο μεγάλη σημασία, ειδικά όταν ομιλούμε για σύντομα μελισματικά μέλη όπως αυτό. Διαφορές που μπορεί κανείς να εντοπίσει είναι: ομαλόν αντί λυγίσματος, λύγισμα αντί θές και απόθες, αντικένωμα αντί συνάγματος, κ.ά. τα οποία συνηγορούν στην άποψη που έχω κατά καιρούς διατυπώσει, ότι δηλαδή μεγάλο κομμάτι της νεώτερης σημειογραφίας που καταγράφει συντομότερα μέλη λειτουργεί περισσότερο ορθογραφικά και ενίοτε φωτογραφικά, παρά προσδιορίζοντας ουσιαστικά την όποια ερμηνεία, και χωρίς αυτό να σημαίνει, βέβαια, απόλυτη αποσύνδεση σημειογραφίας-ερμηνείας.

Στο σημείο αυτό επαναλαμβάνω για τους φιλόμουσους αναγνώστες τα εξής:

"Επειδή το κείμενο είναι μετρίας αναλύσεως λόγω περιορισμών του ιστοχώρου, οι φίλοι αναγνώστες που θα επιθυμούσαν να έχουν το κείμενο στην κανονική του μορφή σε αρχείο pdf μπορούν να το αιτηθούν στην διεύθυνση nmnovice00@yahoo.gr για να τους το αποστείλω σε συνημμένο αρχείο. Μπορούν όλοι να χρησιμοποιήσουν το κείμενο της εξηγήσεως υπό τις εξής προϋποθέσεις, τις οποίες παρακαλώ ευγενικά τους αναγνώστες να λάβουν υπ' όψιν, απλά ως ελάχιστο σεβασμό στον κόπο που κατεβλήθη και όχι στο πρόσωπο που τον κατέβαλε:

α. Για οποιαδήποτε δημοσίευση η παρεμφερή χρήση, παρακαλώ την αγάπη σας για απλή ενημέρωση μέσω e-mail,

β. Αν το κείμενο χρησιμοποιηθεί σε έκδοση ή απλά ως μουσικό κείμενο για ψάλσιμο, παρακαλώ να αναγράφεται τον όνομα του πονήσαντος, όχι τόσο για την κατοχύρωση του κειμένου (αν επιθυμούσα κατοχύρωση ή άλλα ωφέλη είναι προφανές ότι θα προέβαινα σε έντυπη έκδοση), όσο για την ανάληψη ευθύνης για τις τυχούσες ελλείψεις, και

γ. Οσάκις ψάλλονται τα ανωτέρω ιδιωτικώς, εν ευθυμία τραπέζης, ή αλλαχού, παρακαλώ θερμά τους αδελφούς ιεροψάλτες να μνημονεύουν τον πονήσαντα και να λένε ένα "Κύριε ελέησον" για αυτόν."

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο!

24 Οκτ 2010

Σύντομο σχόλιο στην προσπάθεια του Αγίου Συμεών Θεσσαλονίκης για διατήρηση της Ασματικής Ακολουθίας

«Περὶ τοῦ μηδαμὼς ἀφεθῆναι ποτὲ τὴν τοῦ ᾄσματος ἀκολουθίαν:+
δίᾳ δὲ τοῦτο ἐν ἁγίῳ παρακελευόμεθα πν(εύματ)ι, ὡς ἐπειδήπερ ἐξαρχῆς ἡ τοῦ ᾄσματος ἀκολουθία ἐν τοῦτῳ καὶ μόνῳ τῷ θείῳ ναῷ διετηρήθη ψάλλεσθαι, πρότερον ψαλλομένη ἐν κωνσταντινουπόλει καὶ ἀντιοχείᾳ, καὶ ἐν ἄλλαις ἁγίαις ἐκκλησίαις, και οὔπω μέχρι τοῦ παρόντος κατάλυσιν ἐνταῦθα εἴληφε, καὶ εἰς τὸ ἑξῆς τοῦτο διαμένειν, καὶ φυλάττεσθαι διαπαντὸς ἐν τῷ τοιούτῳ ναῷ τῆς ἁγίας σοφίας, καὶ τὴν ἀκολουθίαν τοῦ ᾄσματος ψάλλεσθαι, ἀρχαίαν οὖσαν καὶ τεθειμένην καλῶς, καὶ μηδένα ταύτην παρασαλεύσαι πώποτε.
Καὶ ἔτι διατυποῦμεν εἰς κρείττονα τάξιν τῶν ἱερῶν ὕμνων, συνθήκην τε καὶ εὐταξίαν, ἵνα τοῦ παλαιοῦ ᾄσματος ἀδομένου, οἷον ἅρτιμά τι καὶ ἥδυσμα, καὶ οἱ παρὰ τῶν ἁγίων συντεθέντες διὰ κανόνων ὕμνοι, σὺν τούτῳ μέλπωνται. ὡσἂν καὶ αἱ τῶν πολλῶν ἀκοαὶ θεραπεύοιντο, εἰς ἔθος ἐλθοῦσαι τῆς μελωδίας τῶν κανόνων, καὶ ἁπλῶς ὡς ἂν ἀναγκαίου ὄντος τοῦ πράγματος. τὸ μὲν, ὡς τὰς ἑορτὰς κατὰ πολὺ κοσμούντων τῶν ἁγίων διὰ τούτων τῶν ὕμνων, ἐκ τῶν εὐαγγελικῶν τε καὶ ἀποστολικῶν ἅμα καὶ προφητικῶν ῥήσεων καὶ ἐννοιῶν θείων αὐτοῖς συντεθειμένων. τὸ δὲ ὡς καὶ τῶν ἁγίων διὰ τῶν ἀγωνισμάτων αὐτῶν ἐπαινουμένων, καὶ συνδοξαζομένων τῷ ὑπὲρ οὗ ἠγωνίσαντο. ἔτι δέ, ὡς καὶ τῇ παλαιᾷ τῆς καινῆς συμφωνούσης, καὶ μᾶλλον τὰ πρὶν σκιώδη τῆς ἀληθείας ἐπισφραγιζούσης καὶ τελειούσης. Τοίνυν καὶ οὕτω καθ’ ἡμέραν ὁ ὄρθρος ψαλλέσθω. […]»

Τα ανωτέρω ελήφθησαν εκ του κώδικος ΕΒΕ 2047, και το f 6r-6v, με προσπάθεια να διατηρηθεί, όσο γινόταν, η ορθογραφία του κειμένου (ζητώ την επιείκεια των αναγνωστών για τα πιθανά σφάλματα ανάγνωσης και αντιγραφής). Πρόκειται για έναν πολύ σημαντικό κώδικα, πιθανό αυτόγραφο του αγίου Συμεών Θεσσαλονίκης (τέλη 14ου-αρχές 15ου αι.) ή κάποιου εκ των μαθητών του, που περιέχει την τάξη της ασματικής ακολουθίας, όπως διεσώθη στην Θεσσαλονίκη μέχρι την εποχή του αγίου, και μάλιστα με αρκετές επεμβάσεις και διορθώσεις δικές του σε διάφορα "άτοπα", που ο ίδιος κατονομάζει. Περιέχει επίσης εν συντομία και την τάξη του Εσπερινού, του θυμιάματος κ.λπ. της Μ. Εκκλησίας Κων/πόλεως.

Ο άγιος αναγνωρίζει γενικώς στα συγγράμματά του την επικράτηση του ΤΑΣ (ήτοι, του 2ου Τυπικού του Αγίου Σάββα, ή Ιεροσολυμητικού Τυπικού, ή αλλιώς, της Βυζαντινής λεγομένης Συνθέσεως), ακόμα και στους περισσοτέρους ναούς της Επισκοπής του, και εμμένει απλώς στην διατήρηση του "άσματος" μόνο στην Αγία Σοφία Θεσσαλονίκης, όπως ξεκάθαρα φαίνεται στο παραπάνω απόσπασμα, επειδή μόνο εκεί διετηρήθη μέχρι την εποχή του. Θεωρούσε ίσως, ότι η διατήρηση του "άσματος" στον Καθεδρικό Ναό της Θεσσαλονίκης ήταν η τελευταία ευκαιρία και η μόνη ελπίδα επιβιώσεως της αρχαίας αυτής τάξεως, έστω και παρηλλαγμένης πως, αφού σε όλες τις υπόλοιπες λατρευτικές κοιτίδες ήταν πλέον σαφές ότι είχε παρέλθη η τάξη αυτή ανεπιστρεπτί.  Ως γνωστόν, μετά την κοίμησή του, η ασματική τάξη εγκαταλείφθηκε οριστικά και στη Θεσσαλονίκη, παρ' όλον τον μεγάλο αγώνα του αγίου και τις υπέρ της μοναχικής υμνογραφίας προσαρμογές και προσθήκες του στην ασματική ακολουθία.

Είναι πολύ σημαντικό το σημείο εκείνο που εξηγεί ότι η προσθήκη του ποιητικού είδους των κανόνων στην ασματική ακολουθία του όρθρου, δεν "θεραπεύει" μόνο τις ακοές των πιστών (σαν "άρτυμα" και "ήδυσμα" της παλαιάς ασματικής λατρείας του όρθρου), που ήδη τους συνήθισαν λόγω της επικράτησης της Βυζαντινής Σύνθεσης στην λατρεία της περιφερείας του, αλλά υπήρξε και "πράγμα αναγκαίον" για τρεις ακόμη λόγους:
1. Διότι οι κανόνες, ως ποιητικό είδος, "κατά πολύ κοσμούν" τις εορτές των αγίων, έχοντας μέσα τους εγκατεσπαρμένες "ρήσεις ευαγγελικές, αποστολικές και προφητικές",
2. Διότι με την προβολή του βίου των αγίων και των αγωνισμάτων τους που υπάρχει εντονότερα στο ΤΑΣ και στις καθ' ημέραν ακολουθίες που αυτό προέβλεπε, ακολουθίες αποτελούμενες βασικά από ένα τουλάχιστον κανόνα και το σχετικό συναξάριον, συνδοξάζονται και αυτοί μαζί με Εκείνον για τον Οποίον αγωνίσθηκαν και έπαθαν, και
3. Διότι ο άγιος φαίνεται να αναγνωρίζει ότι το έντονα παλαιοδιαθηκικό ασματικό τυπικό είναι σκιωδέστερο από το οπωσδήποτε πιό καινοδιαθηκικό (και ως εκ τούτου, πιό αποκαλυπτικό) πνεύμα της νέας λατρείας. Μάλιστα, αν καταλαβαίνω καλά, φαίνεται να διατυπώνει την άποψη, ότι όπως η Παλαιά Διαθήκη συμφωνεί με την Καινή, και όπως η Καινή επισφραγίζει και τελειοποιεί την Παλαιά, έτσι και η νέα λατρεία τελειοποιεί την αρχαιότερη οπωσδήποτε ασματική, η οποία υστερούσε, κατά κοινή ομολογία, σε δυνατότητα δογματικής έκφρασης, αλλά και ειδικότερης λατρευτικής στις διάφορες μεγάλες εορτές, Δεσποτικές, Θεομητορικές, ή μεγάλων αγίων.

Στα Άπαντα του αγίου που γνώρισαν και έντυπη έκδοση στη πρωτότυπη γλώσσα το 1683, και σε νεώτερη μετάφραση το 1862, δεν φαίνεται σε όλα τα σημεία καλά το πνεύμα με το οποίο ομιλεί ο άγιος σχετικά με την διατήρηση της ασματικής τάξεως. Εκεί αναφέρεται στο θέμα κάπως συνοπτικότερα και πιό αξιωματικά. Ευτυχώς, στο εν λόγω χφ, το σημαντικότατο αυτό θησαύρισμα της Εθνικής μας Βιβλιοθήκης, ξεδιαλύνονται περισσότερο τέτοιου είδους θολά σημεία, σχετικά με τις απόψεις του σπουδαίου αυτού αγίου και λειτουργικού θεολόγου της Εκκλησίας μας.

Να προσθέσω, τέλος, ότι από την μέχρι τώρα μελέτη του κώδικος αυτού, φαίνεται ότι η τάξις της Ασματικής Ακολουθίας, εάν ετηρείτο και σε κάποιους ενοριακούς ναούς, πάντως δεν ετηρείτο όπως ακριβώς στην Αγία Σοφία Θεσσαλονίκης, αλλά με κάποιες αναλογίες και οπωσδήποτε με διαφορές που προέκυπταν κυρίως από την απουσία Αρχιερέως και την έλλειψη διακονητών. Γενικώς, εξ όσων γνωρίζω, η αναφορά του αγίου Συμεών στα μεγάλα λατρευτικά κέντρα της εποχής (Κων/πολη, Αντιόχεια κ.λπ.) συνδέεται από τους λειτουργιολόγους με τους Καθεδρικούς Ναούς και όχι μέ όλες ανεξαρτήτως τις ενορίες. Εξάλλου, δεν υπάρχει πουθενά μαρτυρία στις πηγές για την καθαρά ενοριακή λατρεία της πρώτης χιλιετίας. Αντιθέτως, ό,τι έχουμε από πηγές, αναφέρεται στα μεγάλα λατρευτικά κέντρα και ειδικότερα στους Καθεδρικούς Ναούς. Για τον λόγο αυτό, στην ξένη βιβλιογραφία τα τυπικά αυτά χαρακτηρίζονται συν τοις άλλοις κι ως Καθεδρικά (Cathedral, Cathédrale κ.λπ.). Αν μελετήσει κανείς έστω κι επιδερμικά το Ασματικό Τυπικό σε όσες (λίγες, οπωσδήποτε, και αρκετά νεώτερες, μετά τον 10ο αι.) πηγές διασώθηκε, θα διαπιστώσει ότι η εφαρμογή του σε απλές ενορίες της εποχής μόνο υπό κλίμακα θα μπορούσε να γίνει, όπως περίπου και σήμερα γίνεται στις ενορίες, όπου εφαρμόζεται κατά βάσιν ένα τυπικό που προέκυψε από το ΤΑΣ με πολλές προσαρμογές επί το ενοριακότερον. Ο λόγος που αυτό συνέβαινε έχει να κάνει και με την μεγάλη απαίτηση του Ασματικού Τυπικού για διακονητές και για πληθώρα Κληρικών όλων των βαθμίδων, που προφανώς απουσίαζαν από τις μικρές ενορίες. Άρα, ακόμα κι αν ετηρείτο παλαιότερα σε όλες τις ενορίες, θεωρώ πολύ δύσκολο να εφαρμοζόταν ακριβώς όπως στις Καθεδρικές Εκκλησίες των μεγάλων λατρευτικών κέντρων.

Με όλα αυτά θα ήθελα να πω συμπερασματικά, ότι κατά την γνώμη μου δεν είναι ορθό να υπερτονίζουμε την προσπάθεια του Αγίου Συμεών για διατήρηση αυτού του τύπου λατρείας, ούτε να κάνουμε τα συγγράμματά του σημαίες μιας προσπάθειας ευρύτερης αναβιώσεως του Ασματικού Τυπικού στις ημέρες μας. Ο Άγιος παρέλαβε την τάξη αυτή. Εμείς όχι. Αυτός γνώριζε τις λεπτομέρειές της. Εμείς τις φανταζόμαστε. Και αγωνίστηκε, όπως ο ίδιος λέει, όχι για την αναβίωση του Ασματικού Τυπικού ευρύτερα, αλλά μόνο για την επιβίωσή του στην περιφέρειά του και σε έναν συγκεκριμένο Ναό, επειδή ακριβώς σε αυτόν η Ασματική τάξη ποτέ μέχρι τότε δεν είχε εκλείψει, και επειδή προφανώς θεωρούσε κρίμα να χαθεί ολοκληρωτικά ακόμα και η τελευταία ανάμνηση της αρχαίας λατρείας της εν τω κόσμω Εκκλησίας. Άραγε, αν ο Άγιος Συμεών δεν είχε παραλάβει δια ζώσης την λατρεία αυτή, θα επέμενε τόσο για την διατήρησή της; Ας μου επιτραπεί να αμφιβάλω για κάτι τέτοιο.


Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο!

24 Ιουλ 2010

"Πεποικιλμένη τη θεία δόξη..."

Στο άρθρο αυτό δημοσιεύω για πρώτη φορά τους ειρμούς του α' Κανόνος της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου εκ του Ειρμολογίου Μπαλασίου Ιερέως και Νομοφύλακος και σε εξήγηση δική μου. Οι ειρμοί αυτοί δύνανται να ψαλλούν και ως Καταβασίες κατά την περίοδο της εορτής, καθότι ανήκουν στο αργό (νέο) ειρμολογικό γένος, όπως και όλο το Ειρμολόγιο του Μπαλασίου.

Ο Μπαλάσιος ήκμασε κατά το δεύτερο ήμισυ του 17ου αι. και υπήρξε μαθητής του Γερμανού Νέων Πατρών. Το Ειρμολόγιο που συνέθεσε είναι από τις σημαντικότερες προσφορές του στον χώρο της μελοποιίας. Ως προς την συλλογή ειρμών είναι από τα πληρέστερα Ειρμολόγια. Το Ειρμολόγιο Μπαλασίου γνώρισε μεγάλη διάδοση στα χφφ και κυριάρχησε για έναν περίπου αιώνα, μέχρι την εμφάνιση του Ειρμολογίου Καταβασιών Πέτρου Λαμπαδαρίου του Πελοποννησίου (μέσα 18ου αι.), του οποίου υπήρξε και πρόδρομος ως προς το μέλος.

Το μελοποιητικό αυτό είδος του Ειρμολογίου του 17ου αι. μπορεί να ονομασθεί νέο Ειρμολογικό, καθότι έχει τεράστιες διαφορές, τόσο μορφολογικές όσο και από πλευράς θέσεων, σε σχέση με το παλαιό, μεσοβυζαντινό Ειρμολόγιο, του οποίου η δομή θυμίζει περισσότερο Στιχηράριο σε απλουστευμένη μορφή. Στο νέο αυτό είδος ευδοκίμησαν και άλλοι μελοποιοί, όπως ο Ιωάσαφ ο νέος Κουκουζέλης (τέλη 16ου αι.), ο οποίος εμέλισε πλήρες Ειρμολόγιο, ο Παναγιώτης ο νέος Χρυσάφης και ο Γερμανός Νέων Πατρών, οι οποίοι εμέλισαν Ειρμολόγιο Καταβασιών με πιό έντεχνες γραμμές, καθώς και ο Κοσμάς ο Μακεδών (τέλη 17ου αι.) με πλήρες Ειρμολόγιο. [Από την μελισματικότερη μεταχείριση του είδους αυτού και την πιό εκτεταμένη και ανελυμένη εξήγηση των θέσεών του, προέκυψε το λεγόμενο "Καλοφωνικό Ειρμολόγιο", που ξεκινά ωσαύτως την εποχή του Καρύκη και απογειώνεται κυριολεκτικά στα τέλη του 17ου αι., όταν οι μεγάλοι μελουργοί της εποχής αναπτύσσουν έτι περισσότερο το μελικό του εύρος. Πάντως, οι παλαιότεροι καλοφωνικοί ειρμοί είχαν περισσότερη σχέση με το καθαυτό ειρμολογικό είδος, ενώ οι νεώτεροι αυτονομούνται λιγάκι στο μέλος τους].

Ως προς την μελοποίηση ο Μπαλάσιος ακολουθεί κατά πόδας, κατά πώς φαίνεται, το κατά ένα περίπου αιώνα παλαιότερο Ειρμολόγιο του Θεοφάνους Καρύκη (τέλη 16ου αι.). Τουλάχιστον αυτό μπορεί να συμπεράνει κανείς από την συγκριτική μελέτη ορισμένων ειρμών κατ' ήχον, που παραθέτει ο π. Σπυρίδων Αντωνίου στην διδακτορική διατριβή του (βλ. "Το Ειρμολόγιον και η παράδοση του μέλους του", ΙΒΜ, Μελέται 8, Αθήναι 2004, σσ.398-420). Ο Μπαλάσιος χρησιμοποιεί κλασσικές και στερεότυπες δομές με αρκετά προβλέψιμη συμπεριφορά, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Αραιά και πού, εμπλουτίζει το μέλος με αργές (στιχηραρικές) θέσεις και ακόμα σπανιότερα με φθορές. Η όλη αυτή στερεότυπη μεταχείριση δικαιολογείται από το είδος του Ειρμολογίου που μελοποιεί, που ανήκει στα πλήρη Ειρμολόγια. Στα Ειρμολογια Καταβασιών, αντιθέτως, όπως αυτό του Χρυσάφου και ιδίως αυτό του Γερμανού η μελοποίηση είναι πολύ πιό έντεχνη και απρόσμενη, καθότι η χρήση είναι πολύ πιό συγκεκριμένη, μόνο ως Καταβασίες δηλαδή. [Τώρα, το αν οι αργοί Ειρμοί σήμαιναν και αργά τροπάρια εκείνη την εποχή, δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι. Σε ορισμένους κανόνες πάντως, όπως του Μ. Σαββάτου ή της Αναστάσεως, παρατίθενται στα Ειρμολόγια του 17ου-18ου αι. όλα τα τροπάρια με το αυτό αργό μέλος. Το ίδιο γίνεται και στο Ειρμολόγιο Πέτρου, αλλά το ίδιο φαίνεται να γινόταν και πολύ παλαιότερα. Στους κώδικες ΕΒΕ 2061-2062 (14ου αι.), που διασώζουν το μέλος τμημάτων ακολουθιών του Ασματικού Τυπικού της Θεσσαλονίκης υπάρχουν παλαιοί κανόνες στον Άγιο Δημήτριο, τα τροπάρια των οποίων έχουν πολλάκις ασυνήθιστα εκτεταμένο μέλος].

Από την μέχρι τώρα μελέτη του Ειρμολογικού είδους έχω διαπιστώσει μεγάλη σχέση ως προς την μελοποίηση στα Ειρμολόγια Θεοφάνους Καρύκη, Μπαλασίου Ιερέως και Πέτρου Λαμπαδαρίου. Υπάρχει, δηλαδή, ένας άξονας που φέρνει την τέχνη των μέσων του 16ου αι. μέχρι την εποχή του Πέτρου, και μέσω της εξηγήσεως του δικού του Ειρμολογίου μέχρι και την δική μας εποχή. Κλειδί για την μελέτη αυτού του σπουδαίου, όσο και σκοτεινού θέματος της Ψαλτικής μας Παραδόσεως, είναι το Ειρμολόγιο Μπαλασίου Ιερέως, ο ενδιάμεσος κρίκος, δηλαδή, μεταξύ των δύο "ακραίων" χρονικά προαναφερθέντων Ειρμολογίων. Αν και στη νέα γραφή δεν υπάρχει καμμία εξήγηση Ειρμολογίου πλην αυτού του Πέτρου (εξ ου και το "σκοτεινόν" του όλου θέματος), υπάρχει εξήγηση του Ειρμολογίου του Μπαλασίου σε μια, πολύ αναλυτικής μορφής, γραφή του Πέτρου στον κώδικα 440 της Ιεράς Μονής Κουτλουμουσίου Αγίου Όρους.

Ο κώδικας αυτός είναι έργο μάλλον αγιορείτου εξηγητού, όπως μπορεί κανείς να συμπεράνει από τις στερεότυπες αναλύσεις που κάνει ο γραφέας και οι οποίες δεν θυμίζουν τόσο Πατριαρχείο, αλλά περισσότερο άλλους αγιορείτες εξηγητές, όπως Νικόλαο Δοχειαρίτη και Ιωάσαφ Διονυσιάτη. Η μελέτη αυτού του κώδικος (τον οποίον η εν λόγω Ιερά Μονή πολύ ευγενικά μου επέτρεψε να φωτογραφήσω, και για την απόκτηση του οποίου δράττομαι της ευκαιρίας να ευχαριστήσω εκ καρδίας τον άγιο Καθηγούμενο και τους οσιοτάτους πατέρες), ξεκλειδώνει αρκετά δύσκολα σημεία του Ειρμολογίου αυτού. Το δυστύχημα είναι ότι ο κώδικας είναι ακέφαλος. Έχουν εκπέσει τα 5-6 πρώτα φύλλα, τα οποία και προφανώς περιείχαν το κύριο μέρος των εξηγήσεων των ειρμών του α΄ ήχου. Παρ' όλα αυτά, τα εναπομείναντα φύλλα, αλλά και η μελέτη άλλων παράπλευρων σχετικών πηγών, όπως το Ειρμολόγιο Πέτρου, οι αργές δοξολογίες του 17ου αι., οι πολυέλεοι της εποχής κ.ά. επιτρέπουν μια ικανοποιητική αποκατάσταση του μέλους του α' ήχου.

Η εξήγηση των ειρμών της Κοιμήσεως της Θεοτόκου παρουσίασε κάποιες δυσκολίες. Υπήρχαν ορισμένες ασυνήθιστες για εμάς (συνηθισμένες γενικά στα παλαιότερα Ειρμολόγια) θέσεις. Η εξήγησή τους υπήρξε μια πρόκληση για μένα προσωπικά. Κάποιες από αυτές εντοπίστηκαν ευτυχώς στις εξηγήσεις των Καταβασιών της Κυριακής προ της Χριστού Γεννήσεως του Πέτρου Μπερεκέτη υπό Γρηγορίου Πρωτοψάλτου. Άλλες εντοπίστηκαν στις εξηγήσεις των προσομοίων του Μπαλασίου στον 440 της Κουτλουμουσίου. Υπήρξε, δυστυχώς, και ένας συνδυασμός θέσεων που όμοιόν της δεν μπόρεσα να εντοπίσω. Είναι οι θέσεις που μελίζουν την λέξη "Νενίκηνται" στην θ' ωδή. Η έρευνα απέδωσε λίγους καρπούς. Πουθενά στο Ειρμολόγιο δεν εντοπίστηκε παρόμοιος συνδυασμός, αλλά ούτε και σε άλλα σχετιζόμενα μουσικά κείμενα. Κάπως αντίστοιχη θέση, αλλά όχι τελείως όμοια, εντοπίστηκε σε Καλοφωνικό Ειρμό του Μπαλασίου, και αυτή είναι τελικά η εξήγηση που επιλέχθηκε με όχι πολλές πιθανότητες πάντως επιτυχούς αποκατάστασης. Κάτω από το κείμενο της θ' ωδής δίνονται και άλλες πιθανές λύσεις του συγκεκριμένου προβλήματος της εξήγησης. Αυτό και μόνο δείχνει την δυσκολία του όλου εγχειρήματος.

Όνειρο του γράφοντος είναι η έκδοση εξηγήσεως του πλήρους Ειρμολογίου του Μπαλασίου. Με τα μέχρι τώρα δεδομένα ή αποκατάσταση του μέλους του θεωρείται εφικτή σε μεγάλο ποσοστό. Πολύ θα βοηθούσε και η πληρέστερη μελέτη άλλων έργων του ιδίου είδους, όπως το Ειρμολόγιο του Καρύκη, του οποίου δεν κατέχω κάποιο αντίγραφο προς το παρόν. Είδομεν...

Ιδού, λοιπόν, και η εξήγηση:







Στο σημείο αυτό επαναλαμβάνω για τους φιλόμουσους αναγνώστες τα εξής:

"Επειδή το κείμενο είναι μετρίας αναλύσεως λόγω περιορισμών του ιστοχώρου, οι φίλοι αναγνώστες που θα επιθυμούσαν να έχουν το κείμενο στην κανονική του μορφή σε αρχείο pdf μπορούν να το αιτηθούν στην διεύθυνση nmnovice00@yahoo.gr για να τους το αποστείλω σε συνημμένο αρχείο. Μπορούν όλοι να χρησιμοποιήσουν το κείμενο της εξηγήσεως υπό τις εξής προϋποθέσεις, τις οποίες παρακαλώ ευγενικά τους αναγνώστες να λάβουν υπ' όψιν, απλά ως ελάχιστο σεβασμό στον κόπο που κατεβλήθη και όχι στο πρόσωπο που τον κατέβαλε:

α. Για οποιαδήποτε δημοσίευση η παρεμφερή χρήση, παρακαλώ την αγάπη σας για απλή ενημέρωση μέσω e-mail,

β. Αν το κείμενο χρησιμοποιηθεί σε έκδοση ή απλά ως μουσικό κείμενο για ψάλσιμο, παρακαλώ να αναγράφεται τον όνομα του πονήσαντος, όχι τόσο για την κατοχύρωση του κειμένου (αν επιθυμούσα κατοχύρωση ή άλλα ωφέλη είναι προφανές ότι θα προέβαινα σε έντυπη έκδοση), όσο για την ανάληψη ευθύνης για τις τυχούσες ελλείψεις, και

γ. Οσάκις ψάλλονται τα ανωτέρω επ' εκκλησίαις, ιδιωτικώς, εν ευθυμία τραπέζης, ή αλλαχού, παρακαλώ θερμά τους αδελφούς ιεροψάλτες να μνημονεύουν τον πονήσαντα και να λένε ένα "Κύριε ελέησον" για αυτόν."

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο!

16 Ιουλ 2010

Συμβολή στην ερμηνεία σημαντικού σημείου της αρχαίας πραγματείας "Αγιοπολίτης"

Η μελέτη των αρχαίων θεωρητικών πραγματειών με θέμα την Βυζαντινή Μουσική, χρειάζεται συντονισμένη επισκόπηση του κάθε μουσικού, ψαλτικού ή θεωρητικού όρου που αυτές περιλαμβάνουν, και συνεχή αντιπαραβολή των στοιχείων που μας παρέχουν με τα πραγματικά μουσικά κείμενα της εποχής, ή, αν αυτό δεν είναι απολύτως εφικτό, με κείμενα τουλάχιστον κοντινά και σχετικά με τα στοιχεία που εξετάζουμε.

Μια τέτοια συνδυαστική επισκόπηση στοιχείων που βρήκα στον Αγιοπολίτη (το αρχαιότερο σύγγραμμα με θεωρία της Βυζαντινής Μουσικής, τοποθετούμενο στον 12ο αι.), και πραγματικών μουσικών κειμένων, με έφερε σε κάποιες διαπιστώσεις σημαντικές, νομίζω, για την αξιοποίηση του υλικού που αυτός μας δίνει.

Για την μελέτη του Αγιοπολίτη χρησιμοποιώ την προκαταρκτική έκδοση του κειμένου αυτού από τον J. Raasted, ήτοι την εξής έκδοση: Université de Copenhague, The Hagiopolites, A Byzantine Treatise on Musical Theory, Preliminary edition by Jorgen Raasted, Copenhague 1983, την οποία ευγενικά μου απέστειλε προ καιρού ο εξαίρετος γλωσσολόγος και ρέκτης της ελληνικής γραμματείας, κ. Μάρκελλος Πιράρ, και τον οποίον και εξ αυτής της θέσεως ευχαριστώ ολοθύμως.

Στην σελ. 25 του ανωτέρω πονήματος και συγκεκριμένα στους στίχους 26 έως 39 αναφέρεται:
«ει δε η ίση φέρει απόστροφον, είτε άνω είτε κάτω, βαρεία λέγεται· ει δε έχει δύο κεντήματα, λέγεται σείσμα· ευρήσεις δε τούτο ως επί το πλείστον εν τή αρχή των ειρμών του πλαγίου δευτέρου. το ολίγον δε μετά αποστρόφου, κάντε άνω κάντε κάτω ή εις το πλάγιον, και αυτό βαρεία λέγεται. οι δύο απόστροφοι διάλοξοι και αυτοί βαρεία λέγεται· ομοίως και οι τέσσαρεις».

Εδώ δίνονται πολύ σημαντικά παλαιογραφικά στοιχεία, τα οποία χρήζουν διερευνήσεως. Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα με την σειρά:

1. Είναι σαφές ότι το απόσπασμα το οποίο παρέθεσα αναφέρεται γενικώς στο τί ονομάζεται "βαρεία", ποιοί συνδυασμοί σημαδιών, δηλαδή, την εποχή του Αγιοπολίτη περικλείονται σε αυτόν το όρο.
2. Αναφέρεται ο συνδυασμός της "ίσης" (του ίσου, δηλαδή) με δύο κεντήματα, που το κείμενο τα ονομάζει "σείσμα".
3. Αναφέρεται ότι ο παραπάνω συνδυασμός, το "σείσμα" δηλαδή, ευρίσκεται επί το πλείστον στην αρχή των ειρμών του πλ β΄.

Πρώτο βήμα στην μελέτη αυτού του σημείου ήταν να εντοπίσω τον συνδυασμό αυτόν σε κάποιο αρχαίο Ειρμολόγιο, κοντινό στην εποχή του Αγιοπολίτη. Θα επρόκειτο για κάτι που γενικώς ονομάζεται "Βυζαντινό Ειρμολόγιο" και προηγείται κάπως της εποχής του Κουκουζέλη (αρχές 14ου αι.) και του δικού του Ειρμολογίου (βλ. περισσότερα για το θέμα στη διατριβή του Πρωτοπρ. Σπυρίδωνος Αντωνίου, "Το Ειρμολόγιον και η παράδοση του μέλους του", ΙΒΜ, Μελέται 8, Αθήναι 2004).
Στην συλλογή μου τυχαίνει να έχω μόνο το αρχαίο Ειρμολόγιο της Μονής Λειμώνος, που τοποθετείται στον 13ο αι. και το οποίο διατίθεται ελεύθερα στο διαδίκτυο. Μελετώντας τους Ειρμούς του πλ β' εντόπισα σε αρκετούς αρχή του μέλους με τον συνδυασμό ίσου και κεντημάτων, πρίν από τον οποίο υπάρχει μάλιστα και βαρεία (άρα, δικαιολογείται και από αυτήν την παρατήρηση, η αναφορά του "σείσματος" στον Αγιοπολίτη στην ενότητα "βαρεία"), και τον οποίο ακολουθεί συνεχές ελαφρόν. Ανεβάζω εδώ μια χαρακτηριστική σελίδα:


Η εναρκτήριος θέση είναι πολύ γνωστή στο Στιχηράριο, αλλά δεν είναι γνωστή ως σείσμα. Στο Μέγα Ίσον του Κουκουζέλους συναντάται ως "σείρμα" ή "σύρμα". Ανεβάζω εδώ την θέση αυτή σε μέση πλήρη γραφή και σε εξήγηση Χουρμουζίου Χαρτοφύλακος:


Παρατηρούμε στο αρχαίο κείμενο τα ίδια ακριβώς φωνητικά και την βαρεία που προηγείται, με μόνη διαφορά την προσθήκη πιάσματος - συνδέσμου κάτωθεν του σχηματισμού, καθώς και γοργού άνωθεν των κεντημάτων. Αυτές είναι γνωστές προσθήκες που έλαβαν χώρα στην μέση πλήρη γραφή, κυρίως μετά τον 14ο αι., και που παλαιότερα δεν υπήρχαν. Επίσης, παρατηρείστε και την θέση του "δαρμού, στο Μέγα Ίσον, που έχει σχεδόν τα ίδια φωνητικά με το "σείρμα".

Παραθέτω και το "σύρμα" από παλαιό στιχηρό (χωρίς κόκκινα). Παρατηρείστε την έναρξη του μέλους με "σύρμα" (κατά το Μέγα Ίσον Κουκουζέλους), ή με "σείσμα" (κατά τον Αγιοπολίτη):
Η ταύτιση με την έναρξη των ειρμών του πλ β' είναι απόλυτη.

Σε άλλα νεώτερα χφφ, η θέση που ο Κουκουζέλης ονομάζει "σύρμα" (ή, το "σείσμα" του Αγιοπολίτη), ονομάζεται "δαρμός έσω". Την παραθέτω από το χφφ 46 Σιμωνόπετρας (διατίθεται ελεύθερα και αυτό στο διαδίκτυο):


Θα διερωτηθεί κανείς, γιατί παραθέτω όλα αυτά τα στοιχεία; Η απάντηση είναι ότι ως "σείσμα" είναι γνωστή άλλη θέση και όχι αυτή που ο Αγιοπολίτης κατονομάζει. Αυτή την συναντούμε, όπως είδαμε παραπάνω, ως "σείρμα", ή "σύρμα", ή "δαρμό". Γνωρίζουμε από πολλά αρχαία θεωρητικά και τις προθεωρίες, αλλά και από το Μέγα Ίσον του Κουκουζέλους και πολλά άλλα στοιχεία, ότι το σείσμα είναι μια πολύ γνωστή αρχαία θέση που δεν έχει να κάνει με το ίσο και τα κεντήματα, αλλά είναι συνδυασμός κρατήματος με υπορροή. Όταν αυτά τα δύο σημάδια συνδυάζονται, τότε η υπορροή χάνει την φωνητική της αξία των δυο κατιουσών φωνών, και γίνεται με το κράτημα ένα άφωνο σημάδι που ονομάζεται "σείσμα" (από το σείω= κουνώ, ταράζω όπως ο σεισμός) και παράγει χαρακτηριστικό μέλος που είτε μπεί φθορά είτε όχι, μας εισάγει συνήθως σε χρώμα. Να πως αναφέρεται το σείσμα στις νεώτερες προθεωρίες:

Παραθέτω εδώ το σείσμα απο το Μέγα Ίσον και την εξήγηση Χουρμουζίου:



Μπορεί να παρατηρήσει κανείς πως αγνοείται η μετροφωνία της υπορροής και το μέλος καταλήγει μια έσω από τον δεύτερο (Κε στην εξήγηση), στον νενανό (Δι στην εξήγηση). Αν η υπορροή μετρούσε θα καταλήγαμε άλλες δύο έσω, νενανό στον Βου δηλαδή.

Τα πορίσματα από όλη αυτή την κριτική επισκόπηση των δεδομένων είναι σημαντικά:

1. Αυτό που ο Αγιοπολίτης αναφέρει ως "σείσμα" είδαμε πως σαφέστατα αναφέρεται σε άλλη θέση που περισσότερο συναντάται ως "σείρμα" ή "σύρμα" και ενίοτε και ως "δαρμός". Ο λόγος που έγινε το μπέρδεμα; Ουσιαστικά ένα γράμμα. Αντί για "ρ", "σ". Έτσι το "σύρμα" εύκολα διαβάζεται εσφαλμένα ως "σείρμα", και το "σείρμα" γίνεται εύκολα "σείσμα"! Παρακάτω δε (J. RRaasted, Hagiopolites, σελ. 29) γίνεται σαφής αναφορά και στο "σύρμα", αλλά και στο "σείσμα" ως ημίτονο, οπότε μπορούμε με μεγαλύτερη ασφάλεια να διαγνώσουμε την εκ παραδρομής γραφή "σείσμα". Εξάλλου, η γραφή "σείρμα", αν και όπως είδαμε συναντάται στα χφφ, δεν είναι σωστή ορθογραφικά, αντιθέτως με την γραφή "σύρμα", που προκύπτει σαφώς από το ρήμα "σύρω", και ίσως έχει να κάνει και με την ιδέα-ποιότητα της θέσεως που έλαβε το όνομα αυτό.

2. Υπάρχει μεγάλη σχέση ανάμεσα στο "σείρμα" (ή ορθ. "σύρμα") και τον "δαρμό έσω". Στο Μέγα Ίσον έχουν μια μικρή διαφορά: αντί συνεχούς ελαφρού, σκέτου ελαφρού. Πάντως ή έναρξη των θέσεων, όπως δείχνει η εξήγηση Χουρμουζίου, είναι πανομοιότυπη, και ίσως η διαφοροποίησή τους την εποχή του Κουκουζέλους, έχει περισσότερο να κάνει με τις γειτνιάζουσες θέσεις, και περισσότερο με το τί ακολουθεί.

3. Η αναφορά ότι η θέση αυτή του "σύρματος" ("σείσματος", στον Αγιοπολίτη) συναντάται στις αρχές των ειρμών του πλ β', επαληθεύεται πλήρως από την μελέτη του βυζαντινού Ειρμολογίου της Μονής Λειμώνος, του 13ου αι. Πράγματι, πολλοί Ειρμοί βρέθηκαν με τέτοια έναρξη. Αντιθέτως, την θέση αυτή δεν μπόρεσα να την εντοπίσω στο πολύ νεώτερο Ειρμολόγιο του Μπαλασίου.

Με δεδομένα, λοιπόν, τα εξής:

α. Ότι η θέση αυτή συναντάται στο αρχαίο Ειρμολόγιο, το παλαιό Στιχηράριο και τα νεώτερα Στιχηράρια (Χρυσάφου, Γερμανού 17ου αι.),
β. Ότι πουθενά δεν συναντάται στα νεώτερα Ειρμολόγια στον πλ β', ιδίως ως έναρξη του μέλους,
γ. Ότι κατά τον Αγιοπολίτη, ο πλαγιος του β' μελίζει ειρμούς στον "μέσο δεύτερο", όπως και το Στιχηράριο («ο γαρ πλάγιος δευτέρου ως επί το πλείστο[ν μέσος] δεύτερος ψάλλεται, ως το "Νίκην έχων Χριστέ" [και ως το "Σ]ε τον επί υδάτων"», βλ. σελ. 10 της εκδόσεως του Raasted), και
δ. Ότι ο "μέσος δεύτερος" στον Αγιοπολίτη δεν ταυτίζεται με τον φθορικό μέσο του δευτέρου, όπως τον ορίζουμε στα νεώτερα χρόνια, αλλά με τον νενανώ, την στιγμή που αναφέρεται ότι «ο μέσος δεύτερος από του πλ β' αρχόμενός εστιν· αλλ' εάν μεθ' όν ενηχήσης πλαγιοδεύτερον επάγης επήχημα τον νενανώ, μέσος δεύτερος ψάλλεται» (έ.α. σελ. 41),
ε. Ότι η μελέτη των Ειρμών στο Βυζαντινό Ειρμολόγιο της Μονής Λειμώνος, αλλά και σε άλλα (βλ. π. Σπυρίδωνος Αντωνίου, "Το Ειρμολόγιον"), φανερώνει μορφολογία μέλους ακριβώς ίδια με αυτήν του Στιχηραρίου σε όλους τους ήχους, και στον πλ β', κάτι που δεν συμβαίνει σε νεώτερα Ειρμολόγια,

Μπορούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι το αρχαίο Ειρμολόγιο περισσότερη σχέση έχει και μορφολογικά και από πλευράς θέσεων με το Παλαιό Στιχηράριο (βυζαντινό και νεώτερο), παρά με τα νεώτερα Ειρμολόγια, ξεκινώντας από το Ειρμολόγιον Θεοφάνους Καρύκη (τέλη 16ου) και όλα τα νεώτερα. Οι μαρτυρίες αυτές του Αγιοπολίτη συνδέουν με πολύ ισχυρό τρόπο το Στιχηράριο και το Ειρμολόγιο της εποχής του. Αυτό το συμπέρασμα ενισχύεται και από άλλα στοιχεία, κυρίως από την μελέτη των νεώτερων Ειρμολογίων, όπως του Μπαλασίου, στοιχεία που ίσως δοθεί η δυνατότητα εν καιρώ να παραθέσουμε και να σχολιάσουμε.  

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο!

10 Ιουλ 2010

Ο Jacques Goar και το "Ευχολόγιό" του

[Η σύντομη αυτή βιογραφία του Jacques Goar προέκυψε από μια παλαιότερη προσπάθειά μου να συλλέξω κάποια στοιχεία για το σπουδαίο έργο του, το περίφημο ΕΥΧΟΛΟΓΙΟΝ του Goar. Δυστυχώς, λίγα μπορεί κανείς να βρει για την σημαντική αυτή προσωπικότητα. Παραθέτω τα όσα βρήκα με την μορφή σύντομης βιογραφίας ως μικρή συνδρομή στην μελέτη των ενασχολουμένων με το τυπικό και την λειτουργική παράδοση της Εκκλησίας μας]

Ο Jacques Goar ήταν δομινικανός μοναχός (Δομινικανοί: τάγμα ρωμαιοκαθολικών μοναχών με ιεραποστολική δραστηριότητα) και ελληνιστής. Γεννήθηκε στο Παρίσι της Γαλλίας το 1601. Εισέρχεται στην Μονή του Ευαγγελισμού της οδού St. Honoré του Παρισίου το 1619, και περίπου ένα χρόνο αργότερα γίνεται μέλος του τάγματος. Όντας λέκτωρ φιλοσοφίας και θεολογίας, αφιερώνεται στην μελέτη των ελληνικών γραμμάτων. Την περίοδο 1631-1637 αποστέλλεται από τους ανωτέρους του στην Ανατολή για να μελετήσει τα εκκλησιαστικά κείμενα και την θεολογία της Ανατολικής Εκκλησίας. Εγκαθίσταται στην Χίο ως ιεραπόστολος και ηγούμενος της Μονής του Αγίου Σεβαστιανού. Επωφελούμενος της εκεί παραμονής του, εντρυφεί συστηματικά στα τυπικά και στην λατρεία της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, γνωρίζεται και εξοικειώνεται με τους ορθοδόξους λογίους και ερευνητές της εποχής και μελετά τα αίτια του σχίσματος μεταξύ των δύο Εκκλησιών. Το 1637 μεταβαίνει στην Ρώμη και διορίζεται ηγούμενος της Μονής του Αγίου Σίξτου. Επιστρέφοντας από την Ελλάδα, φέρνει μαζί του πολλά χειρόγραφα, μερικά από τα οποία είχαν ιδιαίτερη αξία. Διατηρεί επικοινωνία με διακεκριμένους Έλληνες (κυρίως ρωμαιοκαθολικούς) λογίους, όπως ο Λέων ο Αλάτιος, και άλλους. Το 1644, επιστρέφει στην Γαλλία και ανέβαίνει στην ιεραρχία του τάγματος γενόμενος εκπαιδευτής των δοκίμων (maître des novices). Την περίοδο αυτή αφιερώνεται στην τακτοποίηση του πλουσίου υλικού που είχε φέρει από την Ανατολή, και το οποίο, εν τω μεταξύ, είχε εμπλουτίσει και με υλικό από διάφορες βιβλιοθήκες της Γαλλίας και της Ιταλίας (Βατικανού, Βαρβερινή, Κρυπτοφέρης, Αγίου Μάρκου Φλωρεντίας κ.α.), τις οποίες είχε επισκεφτεί. Το 1652 καθίσταται επαρχιακός αντιπρόσωπος του τάγματος (vicar provinciale). Τόν Σεπτέμβριο του 1653 (κάποιοι αναφέρουν ως έτος θανάτου το 1654) πεθαίνει στην Γαλλία μετά από μεγάλη ταλαιπωρία στην υγεία του.

Το σημαντικότερο έργο του Goar είναι το «ΕΥΧΟΛΟΓΙΟΝ sive Rituale Græcorum complectens ritus et ordines divinæ liturgiæ» που πρωτοεκδίδεται στο Παρίσι το 1647. Το 1667 και αρκετά χρόνια μετά τον θάνατο του Goar εκδίδεται στο Παρίσι το ίδιο έργο με ελαφρώς παραλλαγμένο τίτλο και σε μικρότερο σχήμα. Το 1730 γίνεται η δεύτερη έκδοση αυτής του 1667 με διόρθωση αρκετών λαθών. Η δεύτερη αυτή παραλλαγμένη έκδοση επανεκδίδεται φωτοαναστατικά το 1960 από το Πανεπιστήμιο του Graz της Αυστρίας.

Άλλα έργα του που εκδόθηκαν είναι:
1. "Georgii Cedreni, compendium historiarum" (Paris, 1647)
2. "Georgius Codinus curopalata, De officiis magnae Ecclesiae et aulae Constantinopolitanae" (Paris, 1648)
3. "Georgii Monachi et S.P.N. Tarasii Chronographia ab Adamo usque ad Diocletianum"
4. "Nicephori patriarchae Breviarium chronologicum" (Paris, 1652)
5. "Theophanis Chronographia et Leonis grammatici Vitae" (Paris, 1655). Αυτή η έκδοση των έργων του Θεφάνους και του Λέοντος του Γραμματικού ολοκληρώθηκε από τον F. Combefis, αφού το 1653 ο Goar πεθαίνει αφήνοντας το έργο ανολοκλήρωτο.

Επίσης, ο Coar άφησε ανολοκλήρωτο σε χειρόγραφη μορφή ένα έργο του Ματθαίου Βλαστάρεως, του γνωστού ερμηνευτού των Ιερών Κανόνων του 14ου αι., το  "Collectio elementaris materiarum omnium sacris et divinis canonibus contentarum a Matthaeo Blastare elucubrata simul et compacta", και ακόμα ένα έργο του Σιλβέστρου Συροπούλου, του Μ. Εκκλησιάρχου της Κωνσταντινουπόλεως του ιε' αι. Τέλος, στον Goar οφείλεται και το "Historia universalis Joannis Zonarae ad manuscripts codices recognita" (Paris, 1687). το οποίο συνεχίστηκε και ολοκληρώθηκε από τον Du Cange.

Το "Ευχολόγιον" του Goar είναι μια εργασία που κατέστη κλασσική για την μελέτη της ορθοδόξου λειτουργικής. Είναι η πρώτη και μοναδική μέχρι σήμερα κριτική έκδοση Ευχολογίου. Η μεγάλη σημασία του έγκειται στις πολύτιμες αρχαίες πηγές του, κάποιες από τις οποίες έχουν στην πορεία απολεσθεί και αγνοούνται σήμερα, στις εκτενείς και περισπούδαστες εισαγωγές του συγγραφέως και στα εμπεριστατωμένα σχόλια των επί μέρους θεμάτων.
Ευχής έργον θα ήταν να γίνει κάποια στιγμή μια νέα έκδοση του Ευχολογίου με κριτική επισκόπηση των πηγών του (όσων σώζονται) και να μεταφρασθούν και τα υπό του συγγραφέως σχόλια εκ της λατινικής στην ελληνική γλώσσα, για να γίνει ακόμα προσιτότερο το μεγάλης σημασίας περιεχόμενό του.

Πηγές:
- New Advent, The Catholic Encyclopedia,
- Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, Τόμος 4ος, Αθήναι 1964, σσ. 544-545, υπεύθ. άρθρου Ιω. Φουντούλης

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο!

2 Μαϊ 2010

Συμεών Μοναχού εκ της Ιεράς Μονής Χρυσοποδαριτίσσης Νεζερών: Χειρόγραφες Μουσικολογικές Ειδήσεις, Μέρος ΙΙ, "Απόκρισις Σεργίου Μακραίου περί κρατημάτων".

Η δευτέρα είδησις αφορά σε μίαν επιστολιμαία απόκρισι του «σοφωτάτου και εν διδασκάλοις αρίστου» Σεργίου Μακραίου[1] προς τον καθηγούμενον της εν Αγίω Όρει Ιεράς Μονής του Αγίου Παντελεήμονος (Ρωσσικού) κύριον Σάββαν[2], σχετικώς με το αμφιλεγόμενο ζήτημα της θέσεως των «κρατημάτων» στην ορθόδοξον ψαλτική παράδοσι[3]. Η ύπαρξις της επιστολής ήταν γνωστή στην έρευνα[4], διέφυγε όμως της προσοχής η ταυτότης του συντάκτου και του παραλήπτου. Έτσι, σημειώνεται σε σύγχρονη μελέτη ότι, «το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Φόρμιγξ Β , έτος Γ , αρ. 7, 15/7/1907, σ. 4, υπό τον τίτλο “Τα εν ταις ιεραίς ημών υμνωδίαις κρατήματα”. Η Σύνταξη της εφημερίδος πληροφορεί τους αναγνώστες της ότι “η (ανωτέρω) πραγματεία εστάλη παρά του εν Κωνσταντινουπόλει ιατρού κ. Ξ. Τριανταφυλλίδου ευρόντος αυτήν μεταξύ παλαιών τινων χειρογράφων”. Φαίνεται ότι κάποιος επίσκοπος απηύθυνε “ερωτήσεις τινάς περί της σημασίας των κρατημάτων εις τας παρ’ ημίν ιεράς υμνωδίας προς κάποιον Σέργιον, ιεροψάλτην ίσως, όστις απήντησε προς αυτόν δια των παρεκτιθεμένων απαντήσεων”»[5]. Η επιστολή σώζεται σε τρία χειρόγραφα: α) το χρφ. 112 της Δημοσίας Βιβλιοθήκης Σχολής Δημητσάνης (φφ. 138α-139α)[6], και β) τα χρφ. 32 (φφ. 433α-434α) και 37 της Ι. Μ. Προυσού Ευρυτανίας[7]. Στην παρούσα δημοσίευσι ακολουθούμε – ως καλύτερα διατηρημένον – το χρφ. της Βιβλιοθήκης Δημητσάνης, υποσημειώνοντας όμως τις ελάχιστες, πλην σημαντικές, παραλλαγές του χρφ. 32 της Μ. Προυσού (Π).


«Απόκρισις του σοφωτάτου και εν διδασκάλοις αρίστου κυρίου Σεργίου του Μακραίου, του εξ Αγράφων, περί των εν τη Εκκλησία ψαλλομένων κρατημάτων, πότε και παρά τίνων οροθετήθησαν, ερωτηθέντος παρά τινος των εν τω αγιωνύμω όρει του Άθωνος ασκούντων πατέρων[8]:~


Ηρώτησάς με πανοσιώτατε, τίνα γνώμην έχω περί των εν τη Εκκλησία ψαλλομένων κρατημάτων. Το ερώτημά σου περιέχει ταύτα τα ζητήματα, αον αν τα κρατήματα είναι παλαιότερα της εκκλησιαστικής μουσικής, βον εις τίνα καιρόν ήλθον εις χρήσιν εν τη εκκλησιαστική μουσική, και υπό τίνων ιεροψαλτών, γον με ποίαν έννοιαν ψάλλονται ιεροπρεπώς, δον διατί ανάμικτοι φωναί σημαντικαί και ασήμαντοι.
Περί τούτων ουν όσον εδυνήθην να μάθω εκ διαφόρων σημειώσεων των μουσικών[9], και εξ άλλων τινών εξηγήσεων και υπομνημάτων είναι αυτά τα εξής.

Τα κρατήματα είναι παλαιότατα εις τους μουσικούς, δουλεύουσι τον ρυθμόν και προοδοποιούσι το μέλος. Εις τους παλαιοτάτους Θράκας αποδίδωσι μουσικόν επιφώνημα το ταραλή. Εις τους αυλητάς και λυριστάς Έλληνας το τήνελα. Ήτον λοιπόν εν χρήσει των μουσικών φωναί άσημοι προπολλών αιώνων. Είναι δε άξιον περιεργείας, αν εις την ιεράν διάταξιν των ψαλτών και υμνωδών του προφητάνακτος Δαβίδ, ήτον εν χρήσει κρατήματα. Και περί του πρώτου ζητήματος, τοσαύτα αποκρίνομαι.

Περί δε του δευτέρου λέγω· εν τη Εκκλησία φαίνεται εν χρήσει από τους επισημοτέρους αγίους ιεροψάλτας, τον άγιον Ιωάννην τον Δαμασκηνόν και τους καθεξής. Και ως πάντα σοφώς και / φ. 138β / αγίως εκάθηρε και ηγίασε, και δια της χάριτος του Παναγίου Πνεύματος μετήγαγε και ανύψωσεν η του Χριστού Εκκλησία και τ’ άλλα τα παρά τοις εθνικοίς εν χρήσει, οίον θυμιάματα, κανδήλας, κηρούς και τα παραπλήσια, ούτω και τα κρατήματα των εθνών εκάθηρεν, ηλλοίωσεν, ήλλαξε και μετήγαγε θαυμασίως εις δόξαν Θεού, και εις ωφέλειαν των εαυτής τέκνων. Και τούτο γίνεται φανερόν από τας φωνάς. Το γαρ τερερέ, και το τε τε, το οποίον είναι μίμημα κιθάρας το αον και τέττιγος το βον, μετέβαλεν εις το τήρει ρέε. Το οποίον σημαίνει φύλαττε, πρόσεχε άνθρωπε· ρέος γαρ ο άνθρωπος, ως θνητός· τηρώ δε το φυλάττω και προσέχω· τούτου το προστακτικόν τήρεε, τήρει. Το άλλον δε κόμμα είναι φανερόν, άνα άνες, βασιλεύ συγχώρησον. Άνα είναι κλητική του άναξ· άνες προστακτικόν του ρήματος ανίημι, αφίνω, συγχωρώ. Έχεις λοιπόν και την λύσιν του δευτέρου ζητήματος.

Περί δε του τρίτου, αποκρίνομαι μετ’ ευσεβούς λίαν γνώμης, ότι η ιεροπρεπής προς Θεόν υμνωδία γίνεται δια σιγής, δια φωνών σημαντικών, και δια φωνών ασήμων. Δια σιγής υμνούμεν ότε προσπίπτομεν υπερεκπληττόμενοι, και μη έχοντες ειπείν τι και εκφράσαι προς Θεόν, φόβω και χαρά περιλαμφθέντες και τω θείω έρωτι υπερθελγόμενοι. Δια φωνών σημαντικών, ως δια τοσούτων ψαλμών και ευχών γίνεται. Ακολουθεί λοιπόν και το τρίτον, δια φωνών ασήμων. Δι’ αυτών γαρ φανερούμεν μόνον τον έρωτα και τον πόθον εις το υμνείν τον Θεόν, και την ιδί- / φ. 139α / αν ημών αδυναμίαν, και μιμηταί γενόμεθα ου μόνον του αισθητού κόσμου, πάντα γαρ υμνούσι τον Δημιουργόν φωναίς ασημάντοις, αλλά και του υπερκοσμίου νοερού κόσμου. «Ήκουσα, γαρ φησιν ο επιστήθιος απόστολος, φωνήν εκ του ουρανού, ως φωνήν υδάτων πολλών»[10]. Ούτως ιεροπρεπώς εδέξατο και ούτω ιεροπρεπώς ψάλλει τα κρατήματα η του Χριστού Εκκλησία εις δόξαν και αίνον Θεού.

Εκ των ειρημένων γουν λύεται και το τέταρτον ζήτημα, διατί ανάμικτοι σημαντικαί και ασήμαντοι φωναί εις τα κρατήματα. Εβάλθησαν σημαντικαί δια να εξυπνούσι την προσοχήν. Ασήμαντοι δια να φανερώνωσι την έκπληξιν και την ιδίαν ημών αδυναμίαν προς το υμνείν. Και καλώς συμπλέκονται και διακόπτονται. Ώστε και ο ειπών, ότι το το το, και τε τε θερμασίαν ψυχής σημαίνει, καλώς είρηκε, μη ερμηνεύσας όμως το όλον. Και το κουμ η συριακή φωνή[11], ορθώς παρενετέθη. Εγείρου, γαρ φησι, εγείρου εις υμνωδίαν, καν ειπείν μη έχης, ως υμνείν οφείλεις[12] ».




Συμεών μοναχός,
εν τη Ιερά Μονή Παναγίας της
Χρυσοποδαριτίσσης εις Νεζερά Πατρών,
Κυριακή της Απόκρεω 2010.
______________________________________

[1] Περί του Σεργίου Μακραίου βλ. Τ. ΓΡΙΤΣΟΠΟΥΛΟΣ, Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή, τ. Α', Αθήναι 1966, σσ. 427-444 || Ν. ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ, «Σέργιος Μακραίος, ο διδάσκαλος των επιστημών εν τη Πατριαρχική Ακαδημία», Γρηγόριος Παλαμάς 53 (1970), σσ. 44-69. Ο σεβαστός δια την αρετήν του Μακραίος διευθύνων επί μακρόν την εν Κων/πόλει Πατριαρχικήν Σχολήν εθεώρει εαυτόν ως τον απολογητήν έργων και αποφάσεων της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας επί ποικίλων ζητημάτων, διο και επέσυρε πολλάκις τον είρωνα έλεγχον του Μ. Γεδεών, όχι πάντοτε αδίκως. Ενεπλέχθη και στο πολύκροτον θέμα της Θ. Μεταλήψεως, ευρών «τον δάσκαλόν του» στο πρόσωπον του εν αγίοις πατρός ημών Αθανασίου του Παρίου.


[2] «Εν έτει 1803, μηνί Αυγούστω, Ινδικτιώνος Ϛ, επί Καλλινίκου Ε’ Οικουμενικού Πατριάρχου, η του αγίου Παντελεήμονος Μονή συνέστη Κοινόβιον, υπό πρώτον Καθηγούμενον τον Ξενοφωντηνόν Ιερομόναχον Σάββαν τον Πελοποννήσιον» (Γ. ΣΜΥΡΝΑΚΗ, Το Άγιον Όρος, εκδ. Πανσέληνος, 1988, σ. 662). Η ηγουμενία του, όπως αναφέρεται στην επί της άνω φλοιάς της εισόδου στον Καθολικό ναό μαρμάρινης επιγραφής, διήρκεσε από το 1802-1821 (αυτόθι, σ. 666), οπότε εντός αυτού του χρονικού διαστήματος πρέπει να χρονολογηθή και η παρούσα επιστολή. Περί του μακαριστού αυτού ανδρός και της πνευματικής αυτού δράσεως βλέπε στο έργο του εναρέτου Κατουνακιώτου Γέροντος ΔΑΝΙΗΛ ΜΟΝΑΧΟΥ ΑΓΙΟΓΡΑΦΟΥ, Ιστορική μελέτη περί της αναφυείσης διαφοράς εν τη κατ’ Άθω Ιερά Μονή του Αγίου Παντελεήμονος της επιλεγομένης Ρωσσικού, μεταξύ Ελλήνων και Ρώσσων πατέρων και περί της εξελίξεως αυτής, επιδικασθείσης κατά το χιλιοστόν οκτακοσιοστόν εβδομηκοστόν πέμπτον έτος υπό των Πατριαρχείων Κων/πόλεως, πατριαρχεύοντος του Πατριάρχου Ιωακείμ του Βου, Πάτραι 1927, σσ. 8-11. Πιθανόν να εγνωρίσθη και εσχετίσθη μετά του Μακραίου εις την Πόλιν, όταν διέτριβε εκεί επί μακρόν, λόγω ζητείας δια την νεόκτιστον παραθαλασσίαν Μονήν του. Ήτο σπουδαίος και γνωστός τοις πάσι, ιδίως εις τους φαναριωτικούς κύκλους, ο σεβάσμιος Αγιορείτης Πνευματικός Σάββας, ο και νέος Κοινοβιάρχης επικληθείς. Και εις αυτόν πάλιν απαντά ο Σέργιος Μακραίος σχετικώς με το ανακύψαν εν Αγίω Όρει πολυτάραχον θέμα περί της συνεχούς Θείας Μεταλήψεως. Αλλ’ άλλοτε, συν Θεώ, θέλομεν γράψη περί τούτων.


[3] «Τα κρατήματα, ως είδος της ψαλτικής μελοποιίας θεμελιωμένο σε άσημες συλλαβές, είναι σύμφυτα παρακολουθήματα της Καλοφωνίας. Πρωτοφανερώνονται, επομένως, μαζί με αυτήν στα τέλη του ιγ' καὶ τις αρχές του ιδ' αιώνα... αρχικώς για την επιβολή του ήχου, όχι πολύ αργότερα και για λόγους επιτηδεύσεως καλλιτεχνικής και διανθίσεως των μελών. Έτσι δεν άργησαν να βρουν τη θέση τους στη λατρεία, κυρίως για να παρατείνουν τον χρόνο των ψαλτών μερών της, ώστε να καλύπτονται διάφορες παράλληλες κυρίως ιερατικές πράξεις, που σε έκτακτες – πανηγυρικές – περιπτώσεις διαρκούν περισσότερο από το συνηθισμένο. Βεβαίως, κατά καιρούς, αμφισβητήθηκε η λειτουργικότητά τους και θεωρήθηκαν περιττά, αν όχι εξοβελιστέα από τον χώρο της λατρείας. Πάντοτε, όμως, εύρισκαν υπερασπιστές και αποτελούν ανελλιπώς, από την εμφάνισή τους και εξής, αναπόσπαστο στοιχείο της ψαλτικής παραδόσεως» (ΓΡ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ, Τα Κρατήματα στην Ψαλτική Τέχνη, Ίδρυμα Βυζαντινής Μουσικολογίας, Μελέται 12, Αθήνα 2005, σ. 503 [εφεξής: ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ, Κρατήματα]). Στις υπέρ τις τετρακόσιες συνθέσεις κρατημάτων, που επεσήμανε ο Γρ. Αναστασίου στην κατά αιώνα χειρόγραφη παράδοσι, στο πλαίσιο της ανωτέρω μελέτης του, θα άξιζε να προστεθή και το «κράτημα» του Βαρθολομαίου Κουτλουμουσιανού στην προμνημονευθείσα πρώτη σύνθεσί του (χρφ. ΡΑΙΚ 44, φφ. 288α-290β).


[4] Σ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, «Μεταβυζαντινοί υμνογράφοι εξ Αγράφων (17ος-19ος αι.)», Επιστημονική Επετηρίς Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., τ. 10, Θεσσαλονίκη 2005, σσ. 116-117.


[5] ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ, Κρατήματα, σ. 117, σημ. 180.


[6] Πρβλ. Τ. ΓΡΙΤΣΟΠΟΥΛΟΥ, «Κατάλογος των Χειρογράφων Κωδίκων της Βιβλιοθήκης της Σχολής Δημητσάνης», Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, τ. ΚΒ', Αθήναι 1952, σσ. 77-78. Το χειρόγραφο 112 είναι μάλλον ιδιόγραφο του Μητροπολίτου Σεβαστείας Γερμανού του Πελοποννησίου, που το αντιγράφει εις την Πόλιν το 1804.


[7] Πρβλ. Ι. ΤΕΝΤΕ, «Κατάλογος των κωδίκων της ιεράς μονής Προυσού», Νέος Ελληνομνήμων 10 (1913), σσ. 308-311. Εκ των δύο αυτών μουσικών χειρογράφων είχαμε (δυστυχώς) στην διάθεσί μας φωτογραφίες μόνον του πρώτου (32), το οποίον ανήκε στον γνωστόν Αγιορείτη και ηγούμενο του Προυσού Κύριλλο Καστανοφύλλη, και μάλλον είναι ιδιόγραφό του. Το 37 πιθανόν να είναι απόγραφον του 32.


[8] Π : Του ελλογιμωτάτου Διδασκάλου Κυρίου Σεργίου, προς τον Κοινοβιάρχην του κατά το Άγιον όρος Ρωσσικού Κοινοβίου του αγίου Παντελεήμονος, Κύριον Σάββαν, περί των κρατημάτων, νενανισμών και τερερισμών, των μουσικών της Ορθοδόξων Εκκλησίας.


[9] Το Π προσθέτει: «και εκ των αποφάσεων της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, προς την [...] ιεράν Σύνοδον».


[10] Πρβλ. Αποκ. α' 15, ιδ' 2, ιθ' 6.


[11] Πρβλ. Μαρκ. ε', 41: «Ταλιθά, κούμι· ό εστι μεθερμηνευόμενον, το κοράσιον, σοι λέγω, έγειρε».


[12] Το Π καταλήγει: «Έρρωσο».


Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο!