Δενδροδιάγραμμα περιεχομένων

open all | close all

24 Απρ 2009

Η ομοιογένεια της λατρείας ως έκφραση ενότητας στην πίστη της Εκκλησίας.

Είναι κοινός τόπος στην επιστήμη της λειτουργιολογίας ότι η λατρεία της Εκκλησίας πορεύθηκε ιστορικά από το διάφορο και το ανομοιογενές προς το ενιαίο και συγκεκριμένο (βλ. Bishop Dr. John Yazigi of Pyrgou, "Introduction to The Liturgical Families and Rites", University of Balamand 2003, σελ. 9). Η πορεία αυτή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως "εξέλιξη" της λατρείας σε κάτι καινούργιο και διαφορετικό, καθότι οι πάσης φύσεως αλλαγές στην Εκκλησία δεν έχουν την έννοια της δημιουργίας νέων πραγμάτων και πρακτικών, αλλά μάλλον την έννοια της αποκρυσταλλώσεως και διαρρυθμίσεως των ήδη παραδεδομένων. Ο ενιαίος τρόπος της λατρείας ήταν και είναι το σκοπούμενο στο τέλος της διαδρομής, είναι, θα λέγαμε, ένα πάγιο αίτημα της Εκκλησίας, ασχέτως αν τα ποικίλα τυπικά και οι λειτουργικοί τύποι ξεκίνησαν κατά περίπτωση από διαφορετικές αφετηρίες.

Ο Θεός, ήδη από την Παλαιά Διαθήκη, ζητά την πλήρη αφοσίωση του λαού του τόσο στην μία αληθινή πίστη όσο και στην συγκεκριμένη έκφραση της πίστεως αυτής δια της οφειλομένης προς Αυτόν λατρείας: "Κύριον τον Θεόν σου φοβηθήση και αυτώ μόνω λατρεύσεις και προς αυτόν κολληθήση και επί τω ονόματι αυτού ομή." (Δευτερ. στ΄, 13). Δεν είναι τυχαίο ότι ο Θεός καθορίζει με σχολαστικές λεπτομέρειες τα της κατασκευής της Σκηνής του Μαρτυρίου και τα της λατρείας του (Έξοδος, κεφ. κε΄και εφ' εξής), ενώ συγκεκριμένες είναι και οι οδηγίες του προς τους τελετουργούς και τους ιερείς του (Λευιτικόν). Εδώ έχουμε μιά πρώτη επιβεβαίωση ότι η μία αληθινή πίστη δεν μπορεί παρά να εκφράζεται και με μία αυστηρά καθορισμένη λατρεία. Η μη τήρηση, μάλιστα, των σχετικών προς την λατρεία εντολών του Θεού, ακόμα και των φαινομενικά δευτερευόντων, τιμωρείται αυστηρά στην περίπτωση των Ναδάβ και Αβιούδ, των υιών Ααρών οι οποίοι "προσήνεγκαν έναντι Κυρίου πύρ αλλότριον, ό ου προσέταξε Κύριος αυτοίς." (Λευιτ., ι΄, 1-3).

Και στην Καινή Διαθήκη η προσκύνηση του ενός αληθινού Θεού, ως επιλογή ομολογίας, συνδέεται οργανικά με την λατρεία του με επανάληψη παλαιοδιαθηκηκών φράσεων και καταγραφή σχετικών ενισχυτικών χωρίων:
-"Κύριον τον Θεόν σου προσκυνήσεις και αυτώ μόνω λατρεύσεις." (Ματθ. δ΄, 10 και Λουκ. δ΄, 8), όπου έχουμε χονδρική επανάληψη της σχετικής εντολής του Δευτερονομίου που προαναφέραμε,
- "... ούτοι πάντες ήσαν προσκαρτερούντες ομοθυμαδόν τη προσευχή και τη δεήσει συν γυναιξί και Μαρία τη μητρί του Ιησού και συν τοις αδελφοίς αυτού." (Πραξ. α΄, 14), όπου το ομοθυμαδόν ερμηνεύεται ως "ομογνώμως", με κοινή πίστη και διάθεση λατρείας,
- "... αλλ' έρχεται ώρα, και νύν εστιν, ότε οι αληθινοί προσκυνηταί προσκυνήσουσι τω πατρί εν πνεύματι και αληθεία· και γαρ ο πατήρ τοιούτους ζητεί τους προσκυνούντας αυτόν. πνεύμα ο Θεός, και τους προσκυνούντας αυτόν εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν." (Ιωαν. δ΄, 23-24). Εδώ η προσκύνηση του Θεού ως έκφραση λατρείας συνδέεται άμεσα με την "αλήθεια", το δογματικό περιεχόμενο της πίστεως δηλαδή. "Πολλοί δοκούσι μεν προσκυνείν κατά ψυχήν, ουκ ορθήν δε δόξαν περί του Θεού έχουσι. Προσέθηκε δια τούτο το εν αληθεία. Δει γαρ και κατά νουν προσκυνείν τω Θεώ και αληθή δόξαν περί αυτού έχειν." (Θεοφύλακτος).

Η θέληση της Εκκλησίας ήταν και είναι να λατρεύει τον Θεό με έναν ενιαίο τρόπο. Αυτός είναι και ο λόγος της πορείας των λειτουργικών τύπων και των λατρευτικών σχημάτων προς το ενιαίο και ομοιογενές. «Είνε δε η Εκκλησία μία, καθόσον είνε ηνωμένη εν τη πίστει και εν τη διοικήσει, ούτω δε η εν τοις δυσί τούτοις σημείοις ενότης αποτελεί το γνώρισμα άμα και την βάσιν του ενιαίου και μοναδικού της Εκκλησίας. Και η μεν εν τη πίστει ενότης αποτελούσα τον δεσμόν τον συνδέοντα τους πιστούς τούτο μεν προς τον Σωτήρα τούτο δε προς αλλήλους, εκφαίνεται εν τη ενότητι της ομολογίας της αυτής διδασκαλίας, ην εξαίρει ιδία Απόστολος Παύλος απαιτών την διατήρησιν της παρακαταθήκης της πίστεως και πολεμών ισχυρώς τους ψευδοπροφήτας και τους ψευδοδιδασκάλους, οίτινες διδάσκοντες έτερον Ευαγγέλιον ανάγκη πάσα να αποκλείωνται της Εκκλησίας ως αιρετικοί. Καθόσον δ’ εν γένει η λατρεία είναι εκφρασις άμα και η βεβαίωσις της πίστεως, είναι προφανές ότι και η τήρησις της αυτής λατρείας, εφ’ όσον αύτη στηρίζεται επί δογματικών βάσεων, είνε έτερον γνώρισμα άμα και στοιχείον της ενότητος της πίστεως.» (Χρήστου Ανδρούτσου, Δογματική της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, εκδ. ΑΣΤΗΡ, 1956, σελ. 274).

Είναι, νομίζουμε, αξιοσημείωτο ότι λειτουργική ομοιογένεια σαν αυτή που παρατηρείται στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν υπάρχει σε άλλες χριστιανικές ομολογίες. Είναι πολύ λογικό αυτό να συμβαίνει. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία ο άνθρωπος συμμετέχει στην σωτηρία του με την προαίρεσή του και την ελεύθερη βούλησή του για σωτηρία και ένωση με τον Θεό και ο Θεός αποκαλύπτεται στο πλάσμα Του δίνοντάς του όλα τα χρειαζούμενα για την σωτηρία του δωρεάν. Είναι προσωπικός Θεός και έχει βούληση, την οποία, όσο την αναζητούν τα παιδιά Του, τόσο τους την αποκαλύπτει. Ο Θεός στην Ανατολική Εκκλησία θέλει να λατρεύεται κάπως και όχι αόριστα. Με μία συγκεκριμένη λατρεία Του αρμόζει να λατρεύεται και όχι κατά το δοκούν.

Στις δυτικές ομολογίες, ο άνθρωπος κυνηγά διανοητικά τον Θεό και δεν περιμένει αποκαλύψεις. Αυξάνει με πολύ φιλότιμο την αρετή του, αλλά δεν μπορεί εξ ορισμού να κατακτήσει την αγιότητα. Το θέλημα Του Θεού εκφράστηκε κάποτε στην ιστορία σαν κωδικοποιημένο μήνυμα που περιμένει δυνατούς λύτες για να το αναγνώσουν, ενώ ο Ίδιος περιμένει κάπου εκεί ψηλά να δεί ποιός θα Τον ανακαλύψει. Η πρόοδος του ανθρώπου έγκειται στην προσπάθειά του για κατάκτηση της γνώσης Του Θεού, χωρίς εμπειρία του Θεού. Αυτή η κατάσταση, όπου ο Θεός περιμένει να τον ανακαλύψουμε εμείς (!) φυσικά και οδηγεί σε δοκιμές και πειράματα στην λατρεία. Επιτυχή θεωρούνται τα πειράματα εκείνα που μας βοηθούν να διαμορφώσουμε τέτοια διανοητική κατάσταση ώστε και τα σχετικά βιώματα να εναρμονίζονται με την γνώση μας. Πότε σταματάει, όμως, αυτό το ψάξιμο για ικανοποίηση της διανοητικής μας λειτουργίας; Ποτέ! Υπάρχει, εξάλλου, κάτι πιό υποκειμενικό περί Θεού, από το κάθε τι που πιστεύει ο καθένας μας για Αυτόν; Αυτό το φαινόμενο έχει τεράστια έξαρση στις προτεσταντικές ομολογίες, κατά την διδασκαλία των οποίων εφόδια για την σωτηρία του ανθρώπου είναι η Αγία Γραφή χωρίς ερμηνευτές να μας επηρεάζουν (sola scriptura) και εις έκαστος εξ ημών απέναντι στον Θεό και την Γραφή. Για τον λόγο αυτό, ακριβώς, και η λατρεία των Προτεσταντών χαρακτηρίζεται από τεράστια ποικιλία, αυθορμητισμό, ευρηματικότητα και καθοδηγούμενο συναισθηματισμό.

Πολλά σπουδαία για το θέμα αυτό έχει γράψει ο πρώην Προτεστάντης πάστορας και νυν βαπτισμένος Ορθόδοξος Matthew Gallatin στο βιβλίο του "THIRSTING FOR GOD in a Land of Shallow Wells", Conciliar Press, Ben Lomond, California 2002, το οποίο μεταφράστηκε στα Ελληνικά από το Γυναικείο Ησυχαστήριο Μεταμορφώσως του Σωτήρος στο Μήλεσι Αττικής. Από την έκδοση του 2007 επιλέγουμε το εξής απόσπασμα από τις σελ. 156-157 για να κλείσουμε το άρθρο αυτό:
"Αν ο Θεός άλλαζε συνεχώς τον δρόμο προς Αυτόν, δεν θα μπορούσαμε ποτέ να κρατηθούμε κοντά Του. Ο Θεός άλλωστε εκ φύσεως ουδέποτε αλλάζει. Είναι αναλλοίωτος στην ουσία Του: "Ιησούς Χριστός χθές και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας" (Εβρ. 13, 8).
Αυτό ισχύει για τον απλό λόγο ότι η λατρεία πρέπει να αντικατοπτρίζει το αντικείμενό της. Για παράδειγμα, η λατρεία ενός Θεού, ο οποίος είναι Αγάπη, δεν μπορεί παρά να περιλαμβάνει πράξεις αγάπης. Ομοίως, η λατρεία της οποίας το αντικείμενο είναι ο αναλλοίωτος Θεός, πρέπει να είναι αναλλοίωτη στην φύση της. Η προσπάθεια να αγγίξω το Αναλλοίωτο μέσω τυχαίων πράξεων αυθορμητισμού (που στην πραγματικότητα σκοπεύουν να ευχαριστήσουν απλώς και μόνον τον εαυτό μου), είναι σαν να προσπαθώ να κρατώ συνεχώς στην αγκαλιά μου κάποιον που στέκεται ακίνητος σε στέρεο έδαφος, ενώ εγώ κινούμαι σε σχέση με αυτόν.
Έτσι, παντού μέσα στην ιστορία ο αιώνιος και αναλλοίωτος Θεός λατρεύεται μέσω ιεροτελεστιών, τις οποίες ο ίδιος ορίζει. Αυτό συνέβαινε τόσο στην Παλαιά όσο και στην Καινή Διαθήκη. Και συμβαίνει ασφαλώς και στον ουρανό."

Δεν υπάρχουν σχόλια: