Δενδροδιάγραμμα περιεχομένων

open all | close all

27 Απρ 2009

Αρχιμ. Νικοδήμου Μπαρούση, σχόλιο περί Ασματικού Τυπικού


Από το βιβλίο "Αιθερίας: Οδοιπορικόν εις το Σινά και τους Αγίους Τόπους" της Ιεράς Μονής Χρυσοποδαριτίσσης Νεζερών Πατρών, με μετάφραση και σχόλια του Αρχιμ. Νικοδήμου Μπαρούση (εκδ. ΤΗΝΟΣ 2007), παραθέτω το σχόλιο του π. Νικοδήμου σχετικά με το ασματικό τυπικό, στην υποσ. 1, σελ. 144-146 του ανωτέρω πονήματος:

Είναι προφανές ότι η ασματική ακολουθία εγνώρισε την ιδική της ανάπτυξη. Όμως, δεν γνωρίζομε τις περιστάσεις, υπό τις οποίες εγεννήθη η τάξις αυτή. Δεν γνωρίζομε περισσότερα για την εξέλιξί της. Τα δύο χειρόγραφα του «Τυπικού της Μεγάλης Εκκλησίας», που σήμερα είναι γνωστά, (το χειρόγραφο της Πάτμου και το χειρόγραφο των Ιεροσολύμων), μαρτυρούν δια την τάξι (της ασματικής ακολουθίας) της Μεγάλης Εκκλησίας, κατά τον ΙΑ’ αιώνα. Δικαίως παρατηρεί ο I. Mansvetov, ότι «δεν γνωρίζομε τι ακριβώς ήταν η ασματική ακολουθία». Γενικώς, προς μελέτην της ασματικής ακολουθίας, οι λειτουργιολόγοι παραπέμπουν εις την περιγραφήν του Αγίου Συμεών Θεσσαλονίκης, εις τον λόγον αυτού «Περί της θείας προσευχής» (P.G. 155, 628 εξ. Πρβλ. Περί του «ασματικού όρθρου», P.G. 155, 640 εξ.).

Η περιγραφή αυτή παρουσιάζει την τάξι της ακολουθίας κατά τον ΙΔ’ αιώνα, οπότε και εξέπνευσε. Η ασματική ακολουθία ουσιαστικώς συνίστατο εις αντιφωνική ψαλμώδησι των Ψαλμών. Πρέπει, όμως, να ενθυμηθούμε ότι το Ψαλτήρι της Μεγάλης Εκκλησίας ήταν διηρημένο εις αντίφωνα, προς τον σκοπόν αυτόν. Επειδή οι ακολουθίες απαρτίζοντο από αντίφωνα, το Ψαλτήρι περιελάμβανε 68 αντίφωνα, τα οποία ήσαν εγκατεσπαρμένα εις τον εσπερινό και τον όρθρο, δι’ ένα κύκλο δύο εβδομάδων. Κάθε ψαλμικός στίχος των αντιφώνων αυτών συνωδεύετο από ένα εφύμνιο. Τα αντίφωνα, που είχαν περιττόν αριθμό, είχαν ως εφύμνιο το «Αλληλούϊα», ενώ τα αντίφωνα με άρτιον αριθμό είχαν ως εφύμνιο ένα σύντομο στίχο.
Όλες, γενικώς, οι ακολουθίες άρχιζαν δια της εκφωνήσεως του ιερέως: «Ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος…», και περιελάμβαναν συνήθως δύο μέρη. Το πρώτο ετελείτο εις τον νάρθηκα, και συνίστατο από μίαν σειράν αντιφώνων. Κάθε αντίφωνο συνωδεύετο από διακονικές αιτήσεις, οι οποίες συγκεφαλαιώνοντο δια μιας ιερατικής ευχής. Το δεύτερο μέρος της ακολουθίας ετελείτο εις τον κυρίως ναόν.
Πέντε είναι τα χαρακτηριστικά σημεία της ασματικής ακολουθίας: α’) Τρία αντίφωνα, δια των οποίων αρχίζει κάθε ακολουθία, τα οποία εψάλλοντο κατ’ αντιστοιχίαν των στίχων τριών ψαλμών, και ετελείωναν δι’ ενός κοινού εφυμνίου, β’) Πέντε ευχαί, μεταξύ των οποίων τρεις, οι οποίες αντιστοιχούσαν προς τα τρία ψαλμικά αντίφωνα, και οι δύο τελευταίες, της κεφαλοκλισίας, δηλαδή και της απολύσεως, γ’) Όλα, όσα ελέγοντο, εψαλμωδούντο, εκτός των αιτήσεων, των ευχών και των εκφωνήσεων, δ’) Εις κάποιες ακολουθίες προσετίθεντο ευχαί δια τους κατηχουμένους και δια τους πιστούς, ε’) Δεν υπήρχαν στιχηρά, κανόνες, ευχαί και άλλα στοιχεία, τα οποία υπάρχουν εις την σημερινήν ακολουθία. [Δι’ όλα τα ανωτέρω πρβλ. Archim. Job (Getcha), “La réforme liturgique du Métropolite Cyprien de Kiev”, Institut de Théologie Orthodoxe Saint-Serge, Paris 2003, -(υπό ελληνικήν μετάφρασιν παρ’ ημίν) σ. 143-146, και Τρεμπέλα, «Ευχολόγιον», σ. 168 εξ.].
Η διάταξις της ακολουθίας, ως έχει σήμερα, είναι καρπός πολυετούς εργασίας Αγίων και Διδασκάλων της Εκκλησίας, απεκρυσταλλώθη όμως πλήρως κατά την περίοδο της μεγάλης ακμής και οριστικής διασαφήσεως της ορθοδόξου θεολογίας, τον ΙΔ’ αιώνα. Η σημερινή ακολουθία είναι μία σύνθεσις της αρχαίας μοναχικής ακολουθίας, η οποία ανάγει την αρχή της εις τους χρόνους των Μαρτύρων, (Pitra J., “Hymnographie de l’ Église Greque”, Rome 1867, σ. 52 – πρβλ. αββά Κασσιανού, σ. 59, 109), και της ασματικής ακολουθίας, η οποία, κατ’ απομίμησι της μοναχικής, άρχισε να τελήται εις τα Ιεροσόλυμα, μάλλον, μετά το διάταγμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου περί ανεξιθρησκείας («Έδικτον των Μεδιολάνων», 313 μ.Χ.).
Η σημερινή τάξις των ιερών ακολουθιών ονομάζεται «Βυζαντινό Τυπικό», (πρβλ. archim. Job, “Réforme”, σ. 28 και Taft, … , σ. 13), και φέρει εξ ίσου στοιχεία τόσον εκ του μοναχικού όσον και εκ του ασματικού τυπικού. Η θέσπισις και οριστική επικράτησις του «Βυζαντινού Τυπικού» υπήρξε θεμιτή και επιβεβλημένη ενέργεια της Εκκλησίας, διότι έγινε προς διασφάλισι της δογματικής αυτής αλήθειας, ώστε η λατρεία (lex orandi) να είναι ολοκληρωμένος καρπός της πίστεως (lex credendi), και να εκφράζη εις όλην της την έκτασι τις δομές και μορφές της. Το «Βυζαντινό Τυπικό» ήταν ένας γνήσιος καρπός της αυτοσυνειδησίας της Εκκλησίας προς αποφυγήν της αλλοτριώσεώς της, υπό το πρόσχημα της λειτουργικής ανανεώσεως και της συμμορφώσεως προς τις ιστορικές συνθήκες και τις καθημερινές ανάγκες της ζωής. Ήταν μία επιβεβλημένη προσαρμογή «ανάλογα με το περιεχόμενο της πίστεως, και όχι ανάλογα με τις απαιτήσεις του κόσμου», όπως θα έλεγαν οι άγιοι Κολλυβάδες. (Πρβλ. αρχιμ. Αμφιλοχίου Ράντοβιτς, «Η φιλοκαλική αναγέννησι του ΙΗ’ και ΙΘ’ αιώνος και οι πνευματικοί καρποί της», Αθήναι 1984, σ. 25).

Δεν υπάρχουν σχόλια: